H Κυβέρνηση έχει ευθύνες για την ενεργειακή ακρίβεια
γράφει στο peripteron.eu ο Γιώργος Αρβανιτίδης, Βουλευτής Β’ Θεσσαλονίκης, Αν. Γραμματέας ΚΟ Κινήματος Αλλαγής – Τομεάρχης Περιβάλλοντος και Ενέργειας
Η Κυβέρνηση της ΝΔ επιμένει να μιλά για επιστροφή στην κανονικότητα το 2022. Ξορκίζει την ζοφερή πραγματικότητα μόνο με ευχές και διαγγέλματα στα 3 πιο καυτά ζητήματα. Στην πανδημία, την οικονομία και την ακρίβεια. Μας έλεγαν ότι το μεγάλο κύμα της πανδημίας πέρασε και ότι ο πληθωρισμός και οι ενεργειακές αυξήσεις είναι παρωδικά φαινόμενα. Η πραγματικότητα όμως διαψεύδει τα κυβερνητικά ευχολόγια και στα 3 μέτωπα. Η Κυβέρνηση της ΝΔ αποδείχθηκε αναποτελεσματική και κατώτερη των περιστάσεων. Δεν μπόρεσε να προβλέψει και να προετοιμαστεί καλύτερα, σε κανένα μέτωπο, με συνέπεια αυτό να έχει κόστος για όλους. Ενδιαφέρθηκε περισσότερο για γρήγορα επικοινωνιακά success stories, παρά να βάλει τις βάσεις για να περάσουμε σε μια άλλη κανονικότητα. Δεν επέλεξε να στηρίξει γενναία το ΕΣΥ και την πρωτοβάθμια περίθαλψη. Δεν επέλεξε να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο. Δεν επέλεξε να ενισχύσει τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις για μόνιμη μείωση του ενεργειακού κόστους, αλλά περιορίστηκε σε συγκυριακές οριζόντιες επιδοτήσεις.
Τα απογοητευτικά αποτελέσματα αυτών των επιλογών της, τα βλέπει ο πολίτης καθημερινά. Στην πανδημία οι σκληροί δείκτες εμφανίζουν την χώρα μας σε δεινή θέση, παρά τα αυστηρά περιοριστικά μέτρα. Στην οικονομία έχουν δαπανηθεί 30 δισεκατομμύρια ευρώ για την στήριξη της αγοράς και απέδωσαν τα χαμηλότερα αποτελέσματα. Και φτάνουμε στο τεράστιο κεφάλαιο που λέγεται ενεργειακή ακρίβεια όπου η ΝΔ έχει κάνει λανθασμένες επιλογές και έχει μεγάλες ευθύνες.
Η Κυβέρνηση βιάστηκε να εξαγγείλει το 2019 μια απολιγνιτοποίηση εξπρές χωρίς σχέδιο. Η επιλογή της ήταν να στήσει ένα δήθεν «πράσινο» αφήγημα αλλάζοντας την εξάρτηση από τον λιγνίτη, με την εξάρτηση από το εισαγόμενο φυσικό αέριο. Αψήφησε τις επισημάνσεις που κάναμε στο Κίνημα Αλλαγής για την ενεργειακή ασφάλεια, και την εύκολη μεταβολή των τιμών. Και πρέπει να διευκρινιστεί ότι η σημερινή αύξηση των τιμών ενέργειας δεν οφείλεται στην πράσινη μετάβαση, αλλά στην επιλογή της Κυβέρνησης να μεταβούμε στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο.
Όταν λοιπόν 2 χρόνια πίσω είχαμε τον καιρό προκειμένου να αναπτυχθούν οι ΑΠΕ (τα φωτοβολταϊκά των ενεργειακών κοινοτήτων, τα φωτοβολταϊκά στέγης κλπ.) η Κυβέρνηση δεν προώθησε την υλοποίηση των μικρών έργων από πολλούς παραγωγούς. Προτίμησε να δώσει χώρο και χρόνο στους «μεγάλους», προκειμένου να κάνουν τα μεγάλα έργα, τα οποία πίστευε ότι θα έφερναν την πολυπόθητη ανάπτυξη. Τα μεγάλα όμως έργα, έχουν και μεγάλο χρόνο ωρίμανσης και καθυστερούν να γίνουν. Και έτσι μείναμε πίσω! Μείναμε πίσω στο απαραίτητο μείγμα ενέργειας όσον αφορά τις οικονομικότερες ΑΠΕ, που έπρεπε να αναπτυχθούν. Και με βάση αυτή την επιλογή, αυξήθηκε η συμμετοχή του φυσικού αερίου σε πάνω από 50% στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Τώρα τρέχουμε να βρούμε κονδύλια για να επιδοτήσουμε το εισαγόμενο ακριβό φυσικό αέριο. Με τους λογαριασμούς ρεύματος να έχουν τριπλασιαστεί και τετραπλασιαστεί, οι ελληνικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά περνάνε ήδη από την εποχή των «κόκκινων» δανείων στην εποχή των «κόκκινων» λογαριασμών ρεύματος. Και αυτό θα είναι τροχοπέδη για την κοινωνική συνοχή και την ανάπτυξη το 2022.
Οι ψηλές τιμές ρεύματος ήρθαν για να μείνουν και θα είναι εδώ για αρκετό καιρό, κόντρα στις προβλέψεις του κυβερνητικού επιτελείου. Το λέει η ίδια η Κομισιόν σε πρόσφατη έκθεσή της, ότι θα έχουμε ενεργειακή ακρίβεια διαρκείας για τα επόμενα 2 – 3 χρόνια. Η ενεργειακή κρίση θα επιδεινωθεί, καθώς η Ελλάδα είναι πλήρως εξαρτημένη σε εισαγωγές ενέργειας. Και η ενεργειακή ακρίβεια έχει ξεκινήσει στη χώρα μας όχι χθες ή τον Σεπτέμβριο. Η μεγάλη αύξηση της χονδρεμπορικής τιμής δεν είναι τωρινό φαινόμενο αλλά εδώ και 1,5 έτους περίπου. Και οφείλεται – ανάμεσα σε άλλα – και στις πολλές αστοχίες του Target Modell. ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ σχεδίασαν ένα μοντέλο χρηματιστηριακού τύπου με χαρακτηριστικά ώριμων ευρωπαϊκών αγορών. Η επιβάρυνση των καταναλωτών, δεν είναι λοιπόν σημερινή. Απλά το τελευταίο διάστημα η Ελλάδα σπάει το ένα ρεκόρ πίσω από το άλλο.
Και εδώ η Κυβέρνηση οφείλει απαντήσεις και εξηγήσεις στους πολίτες, στις επιχειρήσεις, στη βιομηχανία:
• Γιατί επί των ημερών της σπάμε το ένα ρεκόρ ακρίβειας πίσω από το άλλο ;
• Είναι ή δεν είναι αλήθεια ότι η Αθήνα είναι στις 6 πιο ακριβές πρωτεύουσες της Ε.Ε. στην ενέργεια ;
• Είναι ή δεν είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα είχε την μεγαλύτερη μηναία αύξηση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη τον Δεκέμβρη ;
• Είχαμε ή δεν είχαμε την υψηλότερη μέση ετήσια τιμή ρεύματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο το 2021 (115,01 ευρώ ανά μεγαβατώρα) ;
• Γιατί η χονδρεμπορική τιμή ρεύματος έχει εκτοξευθεί από τα 65 ευρώ τον Μάιο του 2021, στα 415,94 ευρώ στις 22 Δεκεμβρίου 2021, με ανώτατη τιμή συναλλαγής τα 542,5 ευρώ, και την τιμή του φυσικού αερίου να έχει σκαρφαλώσει από τα 15 ευρώ ως και 180 ευρώ ανά μεγαβατώρα ;
• Είναι ή δεν είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην Ε.Ε. στην οποία η ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο αυξήθηκε κατά 24%, την ώρα που σε όλες τις άλλες χώρες μειώθηκε ; (Στην Ολλανδία μειώθηκε κατά 49%, στη Γαλλία 46%, στη Γερμανία 30% και στην Ισπανία 21%).
• Είναι ή δεν είναι αλήθεια ότι μεγάλος αριθμός μεταποιητικών επιχειρήσεων, εξετάζει τον περιορισμό ή ακόμη και την προσωρινή αναστολή της παραγωγής και των εξαγωγικών δραστηριοτήτων κάτω από την πίεση των υψηλών τιμών της ενέργειας ;
• Έλαβε έγκαιρα μέτρα στήριξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και της βιομηχανίας, ώστε να απορροφήσουν το αυξημένο ενεργειακό κόστος και να μην το μετακυλήσουν τελικά στους καταναλωτές, και αν ναι, πόσο αποτελεσματικά ήταν ;
• Ρύθμισε την αγορά ενέργειας, προς όφελος των καταναλωτών, μέσα και από την έγκαιρη υιοθέτηση κατευθυντήριων γραμμών από τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας ;
Δυστυχώς, κάθε μέρα που περνά αποδεικνύεται ότι η Κυβέρνηση της ΝΔ είναι μια αναποτελεσματική Κυβέρνηση στην αντιμετώπιση της πανδημίας, της οικονομίας και της ακρίβειας. Εναλλακτικές επιλογές υπήρχαν, αν υπήρχε πολιτική βούληση για ουσιαστική στήριξη της κοινωνίας. Αν η Κυβέρνηση είχε διαθέσει το 1,4 δισ. ευρώ των επιδοτήσεων, ώστε να παράγουν τα ελληνικά νοικοκυριά τη δική τους ενέργεια, όπως είχαμε προτείνει, σήμερα πάνω από μισό εκατομμύριο πολίτες θα γλίτωναν το 50% της ετήσιας κατανάλωσής τους, κάθε χρόνο, για 30 χρόνια. Αν η Κυβέρνηση ενθάρρυνε τις ολοκληρωμένες ενεργειακές αναβαθμίσεις των κτιρίων, αλλά και τους πολίτες, αγρότες και επιχειρήσεις να παράγουν την δική τους καθαρή ενέργεια που χρειάζονται με επιδοτούμενα φωτοβολταϊκά ή μερίδια στις ενεργειακές κοινότητες, η κατάσταση θα ήταν πολύ καλύτερη σήμερα. Δεν το επιλέγει όμως και για αυτό έχουμε κάθε δικαίωμα να λέμε ότι νοιάζεται μόνο για τους πολύ λίγους και εκλεκτούς, αφήνοντας την ακρίβεια να καλπάζει.








