H Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ) και το «κύρος των σπουδών»
γράφει στο peripteron.eu ο Γιάννης Μηλιός, καθηγητής πολιτικής οικονομίας στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο
Οι εξετάσεις για τα Πανεπιστήμια, όπως γενικά οι οποιεσδήποτε εξετάσεις, μπορούν να είναι ευκολότερες ή δυσκολότερες και αντίστοιχα να καταλήγουν σε ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο ποσοστό επιτυχίας των εξεταζομένων. Στην περίπτωση των πανελλαδικών εισαγωγικών για τα Πανεπιστήμια, η δυσκολία των θεμάτων ή ο ελάχιστος βαθμός για την επιτυχία (αν θα είναι π.χ. 10/20 ή 14/20) υπηρετεί πάντα ένα σκεπτικό: τον επιθυμητό αριθμό εισακτέων σε κάθε Σχολή, σύμφωνα με τον σχεδιασμό της πολιτικής ηγεσίας (της κρατικής εξουσίας) και ενίοτε επίσης του εκάστοτε Πανεπιστημίου ή Σχολής. Σε κάθε περίπτωση, και ειδικότερα στην Ελλάδα, ο κρατικός σχεδιασμός επικαθορίζει και τις σχετικές αποφάσεις των Πανεπιστημίων μέσα από το νομοθετικό πλαίσιο, τη χρηματοδότηση, το πλαίσιο εποπτείας κλπ.
Η υιοθέτηση της λεγόμενης ΕΒΕ αποτελεί παταγώδη αποτυχία διότι ανέτρεψε τον (υποτιθέμενο;) σχεδιασμό εισαγωγής σε τέτοιο βαθμό, που τουλάχιστον 30 Τμήματα με ΕΒΕ άνω του 10/20, κάλυψαν λιγότερο από 50% των προβλεπόμενων θέσεων φοίτησης. Ακραίο παράδειγμα η Αρχιτεκτονική Ξάνθης, με σχεδιασθείσες θέσεις 100 νέων φοιτητών/τριών και καμία επιτυχία (δηλαδή κάλυψη των θέσεων σε ποσοστό 0%!). Αυτό σήμαινε, ότι 16.000 υποψήφιοι/ες αποκλείστηκαν από τα Πανεπιστήμια καίτοι συγκέντρωσαν τουλάχιστον τον ελάχιστο αριθμό μορίων που θα επέτρεπε την εισαγωγή τους, επειδή δεν πήραν την ΕΒΕ σε κάποιο από τα ειδικά μαθήματα. Την αποτυχία του εξεταστικού συστήματος να εξασφαλίσει την κάλυψη των σχεδιασθεισών θέσεων φοίτησης επισήμαναν καθηγητές και πρυτάνεις, με τον πρύτανη του ΕΜΠ Ανδρέα Μπουντουβή να επισημαίνει ότι «είναι απαραίτητο να γίνει διόρθωση από τα αντίστοιχα Τμήματα». Όμως, καμία διόρθωση δεν θα γίνει, εφόσον για την υπουργό Παιδείας «αναβαθμίστηκε το κύρος των σπουδών».
Για να κατανοήσουμε τι κρύβεται πίσω από τον ισχυρισμό περί «αναβάθμισης των σπουδών» απαιτείται να κάνουμε μια παρέκβαση στον ρόλο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και τη σχέση της με την αναπαραγωγή του καπιταλισμού και την αγορά εργασίας.
Καθώς η εκπαίδευση αποτελεί βασικό αναπαραγωγικό μηχανισμό του καπιταλιστικού συστήματος, καθώς δηλαδή ο εκπαιδευτικός μηχανισμός συμβάλλει στην αναπαραγωγή των φορέων (των κοινωνικών ατόμων) που καταλαμβάνουν τις θέσεις που (ανά)δημιουργεί ο καπιταλιστικός κοινωνικός καταμερισμός εργασίας, έχουν διαμορφωθεί ιστορικά δύο μοντέλα εκπαιδευτικού σχεδιασμού για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση.
Πρώτον, το παραδοσιακό «μοντέλο της ηπειρωτικής Ευρώπης», που βασίζεται στο λεγόμενο Numerus Clausus, δηλαδή στον περιορισμένο αριθμό εισακτέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, έτσι ώστε το πλήθος των εκάστοτε νέων πτυχιούχων να αντιστοιχεί λίγο-πολύ βραχυ-μεσοπρόθεσμα στις δημιουργούμενες νέες θέσεις εργασίας. Το μοντέλο αυτό που σταδιακά εγκαταλείφθηκε στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, είχε επιχειρήσει ανεπιτυχώς να εφαρμόσει η κυβέρνηση Καραμανλή μετά τη Μεταπολίτευση επί υπουργίας Γεωργίου Ράλλη (1976-77).
Δεύτερον, το βορειοαμερικανικό μοντέλο (ΗΠΑ και Καναδάς) – ευρύτερα το «αγγλοσαξονικό» μοντέλο –, το οποίο επιτρέπει μια ευρεία πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ως ένα βαθμό ακολουθώντας τη ζήτηση των νοικοκυριών για πανεπιστημιακούς τίτλους σπουδών, επομένως μια πρόσβαση σε πανεπιστημιακές σχολές και πτυχία πολύ πέρα από τις αντίστοιχες θέσεις που αναδημιουργεί ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας. Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, τη «λύση» στον γρίφο πτυχιούχοι – θέσεις εργασίας, δηλαδή τον τρόπο ένταξης των πτυχιούχων στις θέσεις που αναδημιουργεί ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας, καλείται να δώσει αποκλειστικά η αγορά. Οι πτυχιούχοι πρέπει να είναι ευέλικτοι να ενταχθούν σε οποιαδήποτε θέση εργασίας, πέραν αυτών που αντιστοιχούν στους τίτλους σπουδών τους. Στην «ιδανικά αγοραία» εκδοχή του μοντέλου, θα προκύψει και μια αντίστοιχη ιεράρχηση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που θα έχει αντίκρυσμα στον προσανατολισμό της ζήτησης για πανεπιστημιακές σπουδές, στο διαφοροποιημένο κύρος των πτυχίων και τελικώς στη δυνατότητα των πτυχιούχων να διεκδικούν «καλές» θέσεις εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, η «περίσσεια» επιστημόνων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την καθήλωση των αποδοχών τους.
Όλες οι χώρες του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου κινήθηκαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες προς το «βορειοαμερικανικό μοντέλο». Έτσι, κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας από 25 έως 34 ετών που κατέχει πτυχίο πανεπιστημιακής εκπαίδευσης είναι 44,9% (Καναδάς 63%, Ιαπωνία 61,5%, ΗΠΑ 50,4%, Ελλάδα 43,7%).
Στην Ελλάδα κατά τα τελευταία χρόνια η τάση αυτή έχει επιταχυνθεί εξαιρετικά, τόσο με την αύξηση των εισαγόμενων στα Πανεπιστήμια όσο και με την ανωτατοποίηση των ΤΕΙ και κατόπιν, είτε τη μετατροπή τους σε Πανεπιστήμια, είτε την ενσωμάτωσή τους σε υπάρχοντα Πανεπιστήμια (π.χ. το ΤΕΙ Χαλκίδας – και οι φοιτούντες και διδάσκοντες σε αυτό – εντάχθηκαν εν μέρει στο ΕΚΠΑ, εν μέρει στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και εν μέρει στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών).
Με βάση τα στοιχεία της Eurostat για το 2019, στα ελληνικά Πανεπιστήμια φοιτούν 679 χιλιάδες προπτυχιακοί φοιτητές, αριθμός που αντιστοιχεί στο 6,3% του πληθυσμού της χώρας, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην ΕΕ (27) είναι 2,4% (Γαλλία 1,6%, Ιταλία 1,9%). Το ποσοστό των διδακτορικών φοιτητών στα ελληνικά Πανεπιστήμια είναι αντίστοιχα υψηλό, 0,29% του πληθυσμού και συγκρίσιμο με εκείνο της Γερμανίας (0,24%), ενώ στην ΕΕ (27) είναι κατά μέσο όρο 0,15%. Αντίθετα, το ποσοστό στον συνολικό πληθυσμό των μεταπτυχιακών φοιτητών σε επίπεδο Μάστερ είναι στην Ελλάδα χαμηλότερο από τον μέσο όρο στην ΕΕ (27), 0,8% έναντι 1,2% αντίστοιχα, πιθανώς διότι οι ελληνικές προπτυχιακές σπουδές είναι τετραετείς (και στα Πολυτεχνεία, που παρέχουν διπλώματα επιπέδου Μάστερ, πενταετείς), ενώ ο πρώτος κύκλος πανεπιστημιακών σπουδών στις περισσότερες χώρες (Μπάτσελορ) είναι τριετής. Στους Έλληνες φοιτητές πρέπει να προσθέσουμε τις 34 χιλιάδες περίπου σε Πανεπιστήμια του εξωτερικού, ενώ 15 χιλιάδες που φοιτούν στην Ελλάδα σε Κολέγια συνεργαζόμενα με Πανεπιστήμια του εξωτερικού, έχουν αποκτήσει το δικαίωμα να διεκδικήσουν ισοτιμία με τους ελληνικούς τίτλους σπουδών. Στη μη πανεπιστημιακή μεταλυκειακή εκπαίδευση (τα Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης – ΙΕΚ) φοιτούν περίπου 84 χιλιάδες σπουδαστές.
Το φίλτρο της ΕΒΕ εκ πρώτης όψεως αποσκοπεί στη μείωση της ροής προς τα ΑΕΙ και επομένως στη μείωση του συνολικού αριθμού σε βάθος χρόνου (που σε μια πενταετία θα μπορούσε να ξεπεράσει τις 80 χιλιάδες υποψηφίους). Όμως δεν πρέπει να δούμε το ζήτημα απομονωμένα. Εντάσσεται σε μια μονιμότερη στρατηγική νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης των Πανεπιστημίων, που όψεις της αποτελούν τόσο η «αυτοχρηματοδότησή» τους μέσω ευρωπαϊκών και εταιρικών προγραμμάτων, και συνακόλουθα η αναδιάρθρωση των περιεχομένων σπουδών και της έρευνας με στενά οικονομικά, συνήθως μη-επιστημονικά, κριτήρια, όσο και ο προσανατολισμός των φοιτητών στις εκάστοτε άμεσες ανάγκες των επιχειρήσεων. Παράλληλα, άξονα των αναδιαρθρώσεων αποτελεί το κλείσιμο ή η συγχώνευση πανεπιστημιακών Τμημάτων, ώστε να γίνει η πανεπιστημιακή εκπαίδευση «χρήσιμη» για την «επιχειρηματικότητα». Δεν είναι μόνο οι ανθρωπιστικές επιστήμες που έχουν μικρή σημασία για «τις επιχειρήσεις». Ακόμα και οι θετικές επιστήμες, μπορεί μεν να παρέχουν στους αποφοίτους των ΑΕΙ ένα ευρύ πεδίο επιστημονικών γνώσεων και επιλογών στην αγορά εργασίας, όμως αυτή η ευρύτητα δεν είναι ευπρόσδεκτη από τον επιχειρηματία, διότι δημιουργεί την «ανάγκη οι εταιρείες να καταφεύγουν συνέχεια στην εσωτερική επιμόρφωση όσων προσλαμβάνουν. […] Το κράτος όμως οφείλει από την πλευρά του να προσφέρει στην οικονομία και στην αγορά εργασίας τα στελέχη που οι επιχειρήσεις αναζητούν» (Μητσοτάκης στη ΔΕΘ).
Πρόκειται για μια στρατηγική που διαρκεί τουλάχιστον δυο δεκαετίες. Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, η δημόσια χρηματοδότηση των ελληνικών Πανεπιστημίων μειώθηκε την περίοδο 2008-2018 κατά 58%, ενώ το ίδιο διάστημα ο αριθμός των φοιτητών αυξήθηκε κατά 16%. Παράλληλα το Διδακτικό-Ερευνητικό Προσωπικό (ΔΕΠ) των ΑΕΙ συρρικνώθηκε, καθώς οι ελάχιστες προσλήψεις αποτελούν υποπολλαπλάσιο των αποχωρήσεων λόγω συνταξιοδότησης κλπ. Το αποτέλεσμα είναι να αντιστοιχούν στα ελληνικά ΑΕΙ 44,4 φοιτητές ανά διδάσκοντα, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 13,2 φοιτητές ανά διδάσκοντα. Η μείωση του αριθμού των φοιτητών γίνεται έτσι αίτημα και μεγάλης μερίδας διδασκόντων.
Η ΝΔ συνεχίζει τη στρατηγική μετεξέλιξης των Πανεπιστημίων σε «επιχειρηματική» κατεύθυνση, αλλά την επιταχύνει, καθώς τη μπολιάζει με τις φλυαρίες περί «αριστείας», η οποία «αριστεία» αποδεικνύεται, υποτίθεται, μέσα από την ενίσχυση των φραγμών επιλογής. Νομίζει ότι θα μπορέσει να δημιουργήσει ένα business friendly Πανεπιστήμιο, ουσιαστικά αδιαφορώντας για το επιστημονικό δυναμικό και τις δυνατότητές του. Όμως δεν θα τα καταφέρει. Η πίεση της κοινωνίας και οι προσδοκίες μεγάλης μερίδας της για κοινωνική καταξίωση των παιδιών τους μέσα από τη μόρφωση οδήγησαν στην αύξηση του φοιτητικού πληθυσμού. Η επιμονή μεγάλης μερίδας του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού των Πανεπιστημίων στα ακαδημαϊκά-επιστημονικά κριτήρια και περιεχόμενα σπουδών ανακόπτουν την προοπτική μετατροπής τους σε «σχολές μαθητείας» για τη μια ή την άλλη επιχείρηση. Και το φοιτητικό κίνημα στέκεται εμπόδιο από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα στις αντιδραστικές ρυθμίσεις και την άλωση των Πανεπιστημίων από τους «ιδιώτες».








