«Γράψτε κάτι που θα θέλατε να διαβάσετε ως απλοί αναγνώστες»: οι δεκατέσσερις συγγραφικές συμβουλές της Τόνι Μόρισον

Η Toni Morrison θεωρείται μια από τις σημαντικότερες πεζογράφους της γενιάς της. Η πρώτη Αφροαμερικανίδα που τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας, ανέδειξε μέσω του έργου της τις φυλετικές και τις κοινωνικές διακρίσεις που υφίστανται οι Αφροαμερικανοί, καθώς και πολλές πτυχές της ζωής και της κουλτούρας τους. Σε όλα της τα βιβλία υιοθετεί μυθικά και φανταστικά στοιχεία, ενώ δυναμικές, μαύρες γυναίκες είναι οι πρωταγωνίστριες των ιστοριών της.

Ακολουθούν οι δεκατέσσερις συγγραφικές συμβουλές της Μόρισον, αποσπάσματα αλιευμένα από συνεντεύξεις και ομιλίες της.

Γράψτε κάτι που θα θέλατε να διαβάσετε ως απλοί αναγνώστες

Έγραψα το πρώτο μου βιβλίο επειδή ήθελα να το διαβάσω. Πίστευα πως δεν υπήρχαν πολλά σοβαρά βιβλία που να εξετάζουν το θέμα για το οποίο ήθελα να μιλήσω, δεν υπήρχαν πολλά βιβλία που να έχουν ως πρωταγωνίστριες τα ευάλωτα μαύρα κορίτσια τα οποία δεν παίρνει κανείς στα σοβαρά. Οι ηρωίδες μου δεν είχαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε κάποιο άλλο βιβλίο, ήταν πάντα δευτερεύοντες χαρακτήρες. Έτσι, επειδή δεν μπορούσα να βρω ένα αντίστοιχο βιβλίο, σκέφτηκα: «Λοιπόν, θα το γράψω εγώ και μετά θα το διαβάσω». Η θέλησή μου να διαβάσω με έκανε να γράψω.

—από συνέντευξή της, το 2014, στο περιοδικό «NEA Arts»

Δημιουργείστε τις βέλτιστες συνθήκες ώστε να γίνετε παραγωγικοί

Η καλύτερη συμβουλή που δίνω στους μαθητές μου έχει να κάνει με τις ιδανικές συνθήκες που χρειάζονται ώστε να γίνουν παραγωγικοί, δημιουργικοί. Τους ζητώ να αναρωτηθούν: Πώς θα έμοιαζε το ιδανικό συγγραφικό τους δωμάτιο; Υπάρχει μουσική; Υπάρχει σιωπή; Έξω από το δωμάτιο επικρατεί η γαλήνη ή το χάος; Τι χρειάζονται για να καλπάσει η φαντασία τους;

—από μια συνέντευξή της, το 1993, με την Elissa Schappell στο «The Paris Review»

Κοιτάξτε προσεκτικά τριγύρω σας

Ό,τι βλέπω ή ό,τι κάνω, ο καιρός και το νερό, τα κτίρια… οτιδήποτε υπάρχει τριγύρω μου με βοηθάει να γράψω. Είναι σαν να κρατάω έναν κατάλογο ή μια τεράστια εργαλειοθήκη, και να μπορώ να διαλέξω το εργαλείο που χρειάζομαι. Όταν δεν γράφω, ή κυρίως, όταν δεν σκέφτομαι τίποτα σχετικό με τη λογοτεχνία, τότε τριγύρω μου βλέπω μόνο το χάος, τη σύγχυση, την αταξία.

—από μια συνέντευξή της, το 2009, με την Pam Houston στο «O Magazine»

Αφήστε κάποια πράγματα στη φαντασία του αναγνώστη

Συχνά προσπαθώ να ακούσω τις σημαντικότερες σκέψεις των χαρακτήρων μου, ακόμα κι αν πρόκειται για τους δευτερεύοντες χαρακτήρες ενός βιβλίου. Ειλικρινά, στέκονται δίπλα μου καθώς γράφω, σαν φαντάσματα ή σαν πραγματικοί άνθρωποι. Δεν περιγράφω πολύ την εξωτερική τους εμφάνιση, τους ζωγραφίζω με λίγες πινελιές. Δεν ξέρετε απαραίτητα πόσο ψηλοί είναι, γιατί δεν θέλω να αναγκάσω τον αναγνώστη να δει αυτά που βλέπω εγώ. Είναι όπως οι παιδικές εκπομπές που άκουγα μικρή στο ραδιόφωνο. Έπρεπε, ως ακροάτρια, να συμπληρώσω μόνη μου τις λεπτομέρειες. Κάθε φορά που άκουγα τη λέξη «μπλε», φανταζόμουν και μια συγκεκριμένη απόχρωση. Πρέπει να συμμετέχει κι ο αναγνώστης σε όλο αυτό.

—από συνέντευξή της, το 2014, στο περιοδικό «NEA Arts»

Να είστε ανοιχτόμυαλοι

Η συγγραφή έχει να κάνει με το να είσαι ανοιχτόμυαλος – να μην εκβιάζεις τις καταστάσεις, να μην κατασκευάζεις κάτι τεχνητό, αλλά να είσαι ανοιχτόμυαλος και να πιστεύεις πραγματικά πως όσα δεν ξέρεις ίσως φανερωθούν από μόνα τους. Είναι κάτι πέρα από τη συνείδησή μας, από την ευφυΐα μας, από τα χαρίσματά σας. Είναι αυτό το κάτι, που βρίσκεται κάπου εκεί έξω, και πρέπει να το αφήσεις να μπει.

—από μια συνέντευξή της, το 2009, με την Pam Houston στο «O Magazine»

Σημασία δεν έχουν μονάχα οι λέξεις σας, αλλά και η ροή του λόγου σας

Δεν εμπιστεύομαι τα θεατρικά κείμενα. Συχνά, οι ερμηνείες των ηθοποιών μάς πείθουν ότι τα κείμενα είναι καλά, ενώ δεν είναι. Η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετωπίζει ένας συγγραφέας, μονάχα μία από τις πολλές δυσκολίες που αντιμετωπίζει, είναι το ότι πρέπει να εκφραστεί γράφοντας σε μια σιωπηλή γλώσσα, για έναν αναγνώστη που δεν ακούει τίποτα. Για να γράψει κανείς καλά, πρέπει να δουλέψει πολύ προσεκτικά, ακόμα και με όσα κρύβονται στα κενά ανάμεσα στις λέξεις. Θα πρέπει να είναι προσεκτικός ακόμα και με όσα δεν φαίνονται στη σελίδα, δηλαδή με τη ροή του κειμένου, με τον ρυθμό του, και ούτω καθεξής. Όσα δεν γράφεις πολύ συχνά δίνουν δύναμη σε όσα γράφεις.

—από μια συνέντευξή της, το 1993, με την Elissa Schappell στο «The Paris Review»

Μην παραπονιέστε

Νομίζω πως ορισμένες πτυχές της συγγραφής μπορούν να διδαχθούν. Προφανώς, δεν γίνεται να αποκτήσετε συγγραφικό όραμα ή λογοτεχνικό ταλέντο μέσω κάποιου δασκάλου. Αλλά μπορείτε να αποκτήσετε άνεση. Δεν μπορώ να κάνω πολλά για τους μαθητές μου. Είμαι πολύ σκληρή απέναντί τους. Τους λέω: «Πρέπει να κάνετε αυτό, και δεν θέλω να ακούω γκρίνιες για το πόσο δύσκολο είναι». Δεν ανέχομαι τις γκρίνιες, γιατί οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που γράφουν βρίσκονται πάντα υπό καθεστώς τεράστιας πίεσης – είμαι κι εγώ μία από αυτούς. Η γκρίνια είναι γελοία. Αυτό που μπορώ να κάνω πολύ καλά είναι να διορθώσω τα κείμενά τους. Μου αρέσει να ακολουθώ τον ειρμό της σκέψης τους, να βλέπω πώς χειρίζονται τη γλώσσα, να τους προτείνω διάφορες διεξόδους. Είναι κάτι που μπορώ να κάνω καλά. Μου αρέσει να διορθώνω τα χειρόγραφά τους.

—από μια συνέντευξη της, το 1998, με τη Zia Jaffrey στο «Salon»

Μην γράφετε μόνο για όσα ξέρετε

Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά μου φαίνεται ότι πολλά κείμενα μυθοπλασίας, ιδιαίτερα αυτά των νέων ανθρώπων, είναι συχνά πολύ αυτοβιογραφικά. Η αγάπη, ο θάνατος, η αγάπη μου, ο θάνατός μου, το ένα, το άλλο… Δεν υπάρχουν πραγματικοί χαρακτήρες σε αυτά τα έργα.

Όταν δίδασκα δημιουργική γραφή στο Πρίνστον, όλοι οι μαθητές μου μια ζωή άκουγαν πως έπρεπε να γράφουν για όσα ξέρουν. Πάντα ξεκινούσα το μάθημα λέγοντας: «Μην δίνετε σημασία σε αυτό». Πρώτον, γιατί δεν ξέρετε τίποτα, και δεύτερον, γιατί δεν θέλω να ακούσω για τον έρωτά σας, για τη μαμά σας, για τον μπαμπά σας και για τους φίλους σας. Σκεφτείτε κάποιον που δεν γνωρίζετε. Τι γίνεται με μια Μεξικανή σερβιτόρα στο Ρίο Γκράντε που μόλις και μετά βίας μιλάει αγγλικά; Ή τι γίνεται με μια grande dame στο Παρίσι; Μιλήστε για πράγματα που είναι εκτός της καθημερινότητάς σας, φανταστείτε τα. Μην καταγράφετε απλώς ένα γεγονός που έχετε ήδη ζήσει. Με εντυπωσίαζε το πόσο αποτελεσματική ήταν αυτή η συμβουλή. Οι μαθητές μου σκέφτονταν πολύ δημιουργικά όταν τους ζητούσα να γράψουν για κάτι που δεν γνώριζαν. Ήταν μια πολύ καλή άσκηση. Ακόμα κι αν εντέλει έγραφαν πάλι αυτοβιογραφικά, έβλεπαν τους εαυτούς τους σαν εξωτερικοί παρατηρητές.

—από συνέντευξή της, το 2014, στο περιοδικό «NEA Arts»

Αν ασχολείστε εξαντλητικά με μια παράγραφο, μάλλον πρέπει να τη σβήσετε εντέλει

Όταν μια παράγραφος χρειάζεται κι άλλη δουλειά, τη δουλεύω όσο περισσότερο μπορώ. Έχω ξαναγράψει παραγράφους και έξι, και επτά, και δεκατρείς φορές. Αλλά υπάρχει και ένα όρια μεταξύ του «ξαναγράφω» και του «ασχολούμαι με κάτι μέχρι θανάτου». Είναι σημαντικό να αντιλαμβάνεστε πότε ασχολείστε υπερβολικά με ένα σημείο του κειμένου· όταν ασχολείστε υπερβολικά με ένα συγκεκριμένο σημείο, μάλλον αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να το σβήσετε.

—από μια συνέντευξή της, το 1993, με την Elissa Schappell στο «The Paris Review»

Πρέπει να μάθετε να διαχειρίζεστε την αποτυχία

Η αποτυχία είναι δεδομένη για έναν συγγραφέα. Πολλές φορές έχει να κάνει με κάτι που έχω γράψει λάθος, με μια ανακρίβεια, με μια ασάφεια. Αναγνωρίζω την αποτυχία μου –που είναι κάτι πολύ σημαντικό, κάτι που δεν κάνουν όλοι– και προσπαθώ να διορθώσω το λάθος μου. Ξαναγράφω από την αρχή, κάνω μοντάζ.

Όταν το σώμα μας αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα, με το συκώτι μας, με τα νεφρά μας, με την καρδιά μας, το πρόβλημα πρέπει να λυθεί, αλλά δεν είναι στο χέρι μας. Όμως, όταν μπορούμε πράγματι να λύσουμε το πρόβλημα εμείς οι ίδιοι, τότε πρέπει να το προσπαθήσουμε πολύ προσεκτικά, δεν πρέπει να πέσουμε σε κατάθλιψη ή να ντραπούμε για τα λάθη μας. Αυτή η στάση δεν θα μας ωφελήσει. Φανταστείτε ότι βρίσκεστε σε ένα εργαστήριο και ασχολείστε με ένα πείραμα που έχει να κάνει με χημικές ουσίες ή με αρουραίους, και ξαφνικά κάτι δεν λειτουργεί σωστά. Δεν αναμειγνύονται τα υλικά. Δεν πρέπει να τα παρατήσετε, δεν πρέπει να αποχωρήσετε από το εργαστήριο. Αυτό που πρέπει να κάνετε είναι να εξετάσετε την πορεία που ακολουθήσατε και να προσδιορίσετε το σημείο όπου κάνατε το λάθος σας. Αν θεωρήσουμε ότι η συγγραφή έχει να κάνει με δεδομένα και πληροφορίες, τότε μπορούμε να προσεγγίσουμε την τελειότητα.

—από συνέντευξή της, το 2014, στο περιοδικό «NEA Arts»

Μάθετε πώς να διαβάζετε –και να κριτικάρετε– τη δουλειά σας

Όταν κάποιος δηλώνει πως γράφει για τον εαυτό του, ακούγεται απαίσιο και ναρκισσιστικό, αλλά κατά μια έννοια, αν ξέρεις να διαβάζεις το δικό σου έργο –αν ξέρεις, δηλαδή, και να ασκείς κριτική στον εαυτό σου–, αυτό σε κάνει καλύτερο συγγραφέα και μοντέρ. Όταν διδάσκω δημιουργική γραφή, εξηγώ στους μαθητές μου ότι πάνω από όλα πρέπει να μάθουν να διαβάζουν τη δική τους δουλειά. Και δεν εννοώ ότι πρέπει να το απολαμβάνουν μόνο και μόνο επειδή το έγραψαν οι ίδιοι. Πρέπει να κρατάτε αποστάσεις και να διαβάζετε το κείμενό σας σαν να το διαβάζετε για πρώτη φορά. Μόνο έτσι θα ασκήσετε γόνιμη κριτική στον εαυτό σας. Μην εντυπωσιάζεστε εύκολα από τις συναρπαστικές προτάσεις που έχετε γράψει.

—από μια συνέντευξή της, το 1993, με την Elissa Schappell στο «The Paris Review»

Ανακαλύψτε το όραμά σας

Ακούγεται πομπώδες, όμως πιστεύω πως ένας καλλιτέχνης, είτε είναι ζωγράφος είτε είναι συγγραφέας, είναι σχεδόν άγιος. Το όραμά του, η σοφία του έχουν κάτι το ξεχωριστό. Μπορεί να μην είσαι σπουδαίος άνθρωπος πέραν αυτού, όμως αν βλέπεις, αν σκέφτεσαι με αυτόν τον τρόπο, έχεις κάτι το ιερό, κάτι το θεϊκό. Είναι κάτι ανώτερο από την κανονική ζωή, από την αντίληψη ενός κανονικού ανθρώπου. Είσαι κάπου ψηλά. Και όσο παραμένεις ψηλά, ακόμα κι αν είσαι ένας φριχτός άνθρωπος –ειδικά αν είσαι ένας φριχτός άνθρωπος– βλέπεις πράγματα που σε κλονίζουν, που σου ξεκαθαρίζουν μια αλήθεια για τον εαυτό σου την οποία δεν θα γνώριζες αν δεν είχες ασχοληθεί με την τέχνη. Είναι το συγγραφικό σας όραμα.

—από μια συνέντευξή της, το 2017, στη «Granta»

Πρέπει να κάνετε το καλύτερο δυνατό, με όσα εφόδια έχετε

Η ιδανική συγγραφική ρουτίνα μου, την οποία δεν έχω εφαρμόσει ποτέ, είναι, ας πούμε, εννέα συνεχόμενες μέρες χωρίς να χρειαστεί να φύγω από το σπίτι μου ή να απαντήσω σε τηλεφωνήματα. Και να έχω τον κατάλληλο χώρο – έναν χώρο με τεράστια τραπέζια. Καταλήγω να έχω τόσο χώρο [δείχνει το μικρό γραφείο της], όπου κι αν βρίσκομαι, και δεν μπορώ να αποκτήσω κάτι μεγαλύτερο. Σκέφτομαι το μικροσκοπικό γραφείο όπου έγραφε η Έμιλι Ντίκινσον και γελάω. Όμως, στην πραγματικότητα, αυτό είναι το καλύτερο που έχει ο καθένας μας: έναν μικρό χώρο και περιορισμένο χρόνο – η ζωή, τα έγγραφα, τα γράμματα, οι υποχρεώσεις, οι προσκλήσεις δεν σταματούν ποτέ να μας αποσπούν. Δεν μπορώ να γράφω τακτικά. Ποτέ δεν μπόρεσα να το κάνω αυτό – κυρίως επειδή είχα πάντα μια δουλειά από τις εννιά μέχρι τις πέντε. Ανέκαθεν, είτε έγραφα πολύ βιαστικά και όσο προλάβαινα στη δουλειά μου, είτε αφιέρωνα πολύ χρόνο μέσα στο Σαββατοκύριακο και πριν από την αυγή…

Προσπάθησα να ξεπεράσω την έλλειψη χώρου αντικαθιστώντας τον ψυχαναγκασμό μου με την πειθαρχία, κι έτσι, όταν ήμουν σίγουρη πως έπρεπε να γράψω, όταν το κείμενο ήταν έτοιμο στο μυαλό μου ή όταν μια παρομοίωση ήταν πολύ δυνατή, καθόμουν κι έγραφα συνεχόμενα, αγνοώντας όλους τους αντιπερισπασμούς.

—από μια συνέντευξή της, το 1993, με την Elissa Schappell στο «The Paris Review»

Η «γλώσσα των καταπιεστών» είναι μια ξύλινη γλώσσα – μην τη χρησιμοποιείτε.

Η συστηματική κακοποίηση της γλώσσας είναι εμφανής από την τάση των ανθρώπων να αγνοούν τις περίπλοκες, μαιευτικές της ιδιότητες, και να τη χρησιμοποιούν προκειμένου να φανούν απειλητικοί ή προκειμένου να χειραγωγήσουν τους άλλους ανθρώπους. Η «γλώσσα των καταπιεστών» δεν αντιπροσωπεύει απλώς τη βία. Είναι η ίδια η βία. Δεν αντιπροσωπεύει τα όρια της γνώσης. Περιορίζει από μόνη της τη γνώση. Είτε πρόκειται για τον σκοταδισμό της κρατικής γλώσσας είτε για την ψεύτικη γλώσσα των ανόητων μέσων ενημέρωσης· είτε πρόκειται για την περήφανη, αλλά κενή γλώσσα των ακαδημαϊκών είτε για τη γλώσσα της επιστήμης που εντέλει καθοδηγείται από το εμπόριο· είτε πρόκειται για την σκληρή γλώσσα των ανήθικων νόμων, είτε για τη γλώσσα που στοχεύει στην αποξένωση των μειονοτήτων, που εκφράζει τη ρατσιστική νοοτροπία των χρηστών της: όλες αυτές οι γλώσσες πρέπει να αλλάξουν, να απορριφθούν, να τις ξεσκεπάσουμε. Είναι οι γλώσσες που ρουφούν το αίμα μας, που τρέφουν τις παθογένειές μας, που φορούν τις φασιστικές τους μπότες, στο όνομα της αξιοπρέπειας και του πατριωτισμού, και προχωρούν ασταμάτητες προς την τελική ευθεία, όπου το μυαλό του ανθρώπου είναι άδειο. Η σεξιστική γλώσσα, η ρατσιστική γλώσσα, η γλώσσα της θρησκείας – όλες τους εκπροσωπούν την αστυνόμευση, την εξουσία, και δεν επιτρέπουν την καλλιέργεια νέων γνώσεων, δεν ενθαρρύνουν την αμοιβαία ανταλλαγή ιδεών…

Η γλώσσα δεν πρέπει να εκπροσωπεί τη σκλαβιά, τη γενοκτονία, τον πόλεμο. Δεν είναι αυτός ο σκοπός της. Η δύναμή της, ο πλούτος της έχει να κάνει με το ότι συχνά καταφέρνει να περιγράψει το απερίγραπτο.

—από τη διάλεξη της Μόρισον, το 1993, στην απονομή του Βραβείου Νόμπελ

πηγή: bookpress.gr

Print Friendly, PDF & Email