Γιατί Νέα Αριστερά

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η Νέα Αριστερά μπορεί να διεκδικήσει τη συνάντησή της με την κοινωνία στην οποία απευθύνεται: ως ο εν δυνάμει κοινοβουλευτικός βραχίονας μιας ευρύτερης, συμπεριληπτικής πληθυντικής Αριστεράς που ακόμη δεν έχει μιλήσει.

Στις γραμμές που ακολουθούν συνοψίζω γιατί στηρίζω τη Νέα Αριστερά. Κι αυτό, γιατί θεωρώ θέση ευθύνης κάποιος που παρεμβαίνει στον δημόσιο χώρο, να μοιράζεται με ειλικρίνεια τις πολιτικές του επιλογές, αναλαμβάνοντας το όποιο κόστος τους.

Α. Στηρίζω τη Νέα Αριστερά διότι αυτός είναι ο φυσικός πολιτικός μου χώρος. Αυτός ο οποίος, στα μάτια μου, έρχεται ως συνέχεια της παράδοσης της Αριστεράς της ανανέωσης, της ριζοσπαστικής σκέψης και κριτικής. Σε μια συνθήκη δεξιάς κυριαρχίας, το να είσαι στο πλευρό του αδυνάμου –σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο – είναι αναγκαία συνθήκη. Δεν αρκεί όμως: «είμαι με τον αδύνατο» δεν σημαίνει ότι ο αδύναμος έχει πάντα δίκιο. Ούτε οι πλειοψηφίες έχουν δίκιο επειδή είναι πλειοψηφίες. Η ορθότητα των θέσεων δεν κρίνεται από τη δημοφιλία τους. Ο εθνικισμός, ο ρατσισμός, ο κοινωνικός δαρβινισμός, ο σεξισμός είναι αντιλήψεις και στάσεις ζωής που εμπεδώνουν την ηγεμονία τους χάρη στη μαζική τους απήχηση και αποδοχή. Η κυβέρνηση της ΝΔ εν πολλοίς τις εκφράζει. Απέναντι σε αυτούς τους -ισμούς χρειάζεται λόγος και χώρος.

Αυτό τον χώρο δυνητικά καταλαμβάνει η Νέα Αριστερά. Και η ίδια το προσπαθεί, και σήμερα εντός κοινοβουλίου δεν υπάρχει άλλος να τον καλύψει. Αυτό πρωτίστως αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ διότι με απροσχημάτιστο τρόπο η νέα του ηγεσία ασπάζεται τις θέσεις που είναι το μέρος του προβλήματος στο οποίο η Αριστερά υπαρξιακά αντιπαρατίθεται. Η Νέα Αριστερά το παλεύει, και αυτό είναι κρίσιμο. Φυσικά, για τον εκφυλισμό κάθε άλλο παρά ανεύθυνη είναι η πρώην ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μια φίλη παρουσίασε τον νέο πρόεδρο του κόμματος ως Mr Ripley, τον ταλαντούχο ηθικά ανερμάτιστο που «τα πήρε όλα». Δεν είμαι σύμφωνος. Μάλλον κάτι σαν κάρμα βλέπω. Ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε αυτό που, σε τελευταία ανάλυση, του άξιζε.

Κάθε πράξη είναι αποτέλεσμα αιτίας του παρελθόντος και συγχρόνως αιτία άλλων πράξεων που θ΄ ακολουθήσουν στο μέλλον. Κοινώς, έχουμε κι άλλα να δούμε αλλά και ό,τι βλέπουμε ανάγεται σε πράξεις και παραλείψεις της προηγούμενης ηγεσίας που άφησε το κόμμα έκθετο στον εκφυλισμό και τη γελοιοποίηση. Και, βέβαια, αυτό δεν βαραίνει αποκλειστικά τον Αλέξη Τσίπρα αλλά και ένα μεγάλο κομμάτι της ηγεσίας της Νέας Αριστεράς που το ανέχτηκε αδιαμαρτύρητα. Όχι μόνο μετά το 2019 αλλά και προηγουμένως. Πολύ δύσκολη κληρονομιά αυτή ενός κακού σχολείου… Κυρίως αν έχεις πάει μόνο σε αυτό.

Στηρίζω, ακόμα, τη Νέα Αριστερά διότι η παρουσία της κοινοβουλευτικής της ομάδας ήταν ευθύς εξαρχής σοβαρή και τεκμηριωμένη. Δεν υπάρχει άλλος σχηματισμός που να υπηρετεί με μια στοιχειώδη συνέπεια, επάρκεια και ήθος αυτά για τα οποία ο κόσμος μου αγωνίζεται. Γνωρίζω ότι η σοβαρότητα δεν είναι πλεονέκτημα στην ελληνική –και όχι μόνο– πολιτική και για τον λόγο αυτόν έχω την ανάγκη να το πω. Σε τελευταία ανάλυση, το ρίσκο του να φύγει κανείς από ένα μεγάλο κόμμα για λόγους αρχής είναι μια πράξη θαρραλέα κι έντιμη. Η κριτική ότι «φύγανε για τις καρέκλες» είναι τραγικά άδικη κι ανόητη. Μια χαρά καρέκλες είχαν στο ΣΥΡΙΖΑ.

Σε τελευταία ανάλυση, σε μια εποχή όπου από τα αριστερά ως τα δεξιά του πολιτικού φάσματος το ακαταλόγιστο τείνει να γίνει πολιτική αρετή, το να υπηρετείς ένα χώρο για τον οποίο δεν ντρέπεσαι, δεν είναι διόλου αμελητέο. Και αυτό αφορά κατεξοχήν το ευρωψηφοδέλτιο της Νέας Αριστεράς το οποίο μοιάζει η μέρα με τη νύχτα σε σχέση με τα άλλα.

Β. Έρχομαι τώρα στο δυσκολότερο για μένα τμήμα αυτού του κειμένου, αλλά αυτό που νομίζω αξίζει περισσότερο: τις διαφωνίες, παρά τις οποίες ωστόσο στηρίζω τη Νέα Αριστερά.

Θα ήθελα έναν χώρο λιγότερο κομφορμιστικό, περισσότερο φρέσκο και πρωτότυπο. Ένα χώρο λιγότερο «ΣΥΡΙΖΑ». Μια συλλογικότητα που είναι πραγματικά διατεθειμένη να αναστοχαστεί το τι πήγε τόσο λάθος, να αξιοποιήσει το παρελθόν μπολιάζοντας το όμως με νέα πρόσωπα και ιδέες που είχαν τόσο ζωτικά στερέψει από το χώρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης μετά το 2015 και κυρίως μετά το 2019.

Δεν ζητάω από ανθρώπους να γίνουν αυτό που θέλω και να πάψουν να είναι αυτοί που είναι. Το κάθε υποκείμενο έχει ένα περιθώριο μετασχηματισμών, έχει όμως κι ένα default σύστημα που του βάζει τα όριά του.

Όταν ξεκίνησε το εγχείρημα πιστεύαμε ότι το νέο δεν μπορεί είναι απλώς απόκομμα του παλιού, αλλά τελικά φάνηκε ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει αλλιώς. Αυτό είναι μια αντικειμενική συνθήκη. Το δυσκολότερο είναι ότι υπάρχει ένα πολύ σημαντικό ποσοστό ανθρώπων που δεν άντεξαν στο ΣΥΡΙΖΑ το 2023 και δεν έχει πειστεί ακόμη για τη Νέα Αριστερά. Εξ ου και οι χαμηλότερες του προσδοκώμενου δημοσκοπικές της επιδόσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ του 17% έφτασε στο ναδίρ του στην αρχή του 2024 (κάτω του 10%), ενώ εδώ και λίγο καιρό ανακάμπτει απευθυνόμενος σε άλλον κόσμο εκτός Αριστεράς. Η δημοσκοπική ενίσχυση του τον τελευταίο καιρό δεν είναι επανάκτηση του κόσμου που έφυγε, το μισό σχεδόν του οποίου είναι ακόμη πολιτικά άστεγο, αλλά νέος κόσμος πιο «Ανελ» και σίγουρα εκτός Αριστεράς. Με δύο λόγια, υπάρχει ακόμη άδεια καρέκλα να κάτσει η Νέα Αριστερά η οποία θα της επέτρεπε ως και ιδανικά να διπλασιάσει τα ποσοστά της.

Για τον λόγο αυτόν, η εκλογή ευρωβουλευτή, όση ανακούφιση κι αν μας δώσει, δεν πρέπει να εκληφθεί ως «δικαίωση» που θα μπετονάρει την ως τώρα πορεία. Αυτό θα είναι σοβαρό λάθος.

Τέλος, μιλώντας για βιωσιμότητα (της Νέας και όποιας Αριστεράς) αυτή δεν κρίνεται παρά μόνο από μια αναγκαία –αν και όχι ικανή– συνθήκη: αυτό που ονομάζουμε agenda setting. Το να επιλέγεις τα θέματα αιχμής στα οποία θα μιλάς τεκμηριωμένα – όχι ξύλινα – με περιεχόμενο αντίθετο στο mainstream. Με εμμονή στο περιεχόμενο, ο συσχετισμός δεν θα αλλάξει αμέσως κι εντυπωσιακά («δεν είναι κάθε μέρα Κυριακή» στην πολιτική), αλλά δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για καλύτερη θέση σε μέσο χρόνο.

Ο δρομέας και μάλιστα ο νέος δρομέας που ξεκινά από χαμηλά την κούρσα δεν έχει λόγο να ασχολείται με το τι κάνουν οι δίπλα του, αφήνοντας υπόνοιες σχετικά με προϋποθέσεις συνεργασίας με φθαρμένα καθεστωτικά κόμματα. Δεν βλέπω λόγο για έναν τέτοιο εύκολο κυβερνητισμό, όσο κι αν ο κόσμος αδημονεί για το πότε θα φύγει ο Μητσοτάκης. Το ζωτικό σήμερα είναι η ανάκτηση μια αξιοπιστίας που δείχνει ακόμη χαμένη, μιλώντας σε κόσμο που γυρνά την πλάτη στην πολιτική.

Διότι, κακά τα ψέματα, ωραία είναι όταν η Νέα Αριστερά ορθά μιλάει για «χωρισμό κράτους – Εκκλησίας» αλλά δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι το μισό υπουργικό συμβούλιο του 2015-2019 είναι στις τάξεις της και όταν κυβερνούσε μεγαλύτερος σφιχταγκαλισμός παρά χωρισμός υπήρξε. Εδώ δεν ευθύνεται μόνο ο Τσίπρας – και ένας Φίλης δεν φέρνει την άνοιξη. Όταν ακούω τη Νέα Αριστερά ορθώς να μιλάει για την εγκληματική πολιτική του Ισραήλ δεν μπορώ να μη θυμάμαι ότι επί ημερών ΣΥΡΙΖΑ ήταν που ο άξονας «Ελλάδα – Ισραήλ» χαλυβδώθηκε. Γι’ αυτό κι ακούω βερεσέ τον πρώην πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ να λέει ορθά στο Συμβούλιο της Ευρώπης ότι «η Ευρώπη είναι στη λάθος πλευρά της ιστορίας». Τέλος, όταν ακούω υψηλούς τόνους αντίδρασης στο ευρωπαϊκό σύμφωνο μετανάστευσης που θα αποθηκεύει ανθρώπους στην περιφέρεια της ΕΕ, δεν μπορώ να ξεχάσω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν αυτός που υπέγραψε την Συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας το Μάρτη του 2016 κι όσοι τότε ψελλίζαμε κριτικά μας κοιτούσαν με μισό μάτι.

ΑΝΤΟΧΗ ΣΤΙΣ ΑΝΗΦΟΡΕΣ ΠΟΥ ΕΠΟΝΤΑΙ.

Θα αναρωτηθεί κανείς: «Πώς αντιμετωπίζεται αυτό;»

Πολύ δύσκολη άσκηση. Εν πολλοίς, μιλάμε για μια αντικειμενική συνθήκη. Σε τελευταία ανάλυση, αυτή έχει για τη Νέα Αριστερά την ίδια αξία που είχε για το ΚΚΕ εσωτερικού, μετά τη διάσπαση του 1968, το ότι τότε κάποιοι εγκαλούσαν τους πρωταγωνιστές του ως πρώην σταλινικούς.

Δίκιο είχαν προφανώς, αλλά το ΚΚΕ εσωτερικού εμπράκτως, στα χρόνια που ακολούθησαν, διέρρηξε τους δεσμούς του με το σταλινικό παρελθόν. Πιστεύω και ελπίζω ότι κάτι αντίστοιχο μπορεί να γίνει και σήμερα. Αν μη τι άλλο, χρειάζεται έμπρακτη αυτοκριτική που θα δείξει ότι το default ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να δώσει τη θέση του σε ένα νέο σοβαρό προγραμματικό περιεχόμενο, πιο διεισδυτικό στους νέους, εξωστρεφές στα κινήματα, πιο οξύ, λιγότερο κομφορμιστικό.

Όπως και να ’χει, ανηφόρα θα είναι μετά τις ευρωεκλογές. Στις ανηφόρες ωστόσο, μαθαίνουμε να βαδίζουμε με ρυθμό κι αντοχή. Μέσα από αυτές τις δύσκολες ρωγμές, η Νέα Αριστερά μπορεί να διεκδικήσει τη συνάντησή της με την κοινωνία στην οποία απευθύνεται: ως ο εν δυνάμει κοινοβουλευτικός βραχίονας μιας ευρύτερης, συμπεριληπτικής πληθυντικής Αριστεράς που ακόμη δεν έχει μιλήσει.

Αυτό προσδοκώ – και γι’ αυτό τη στηρίζω.

Print Friendly, PDF & Email