Για την πατρίδα που αγαπώ… Αλλά με πληγώνει 4

γράφει στο peripteron.eu ο Βαγγέλης Πάλλας Δημοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής IFJ/SPJ

Λοιπόν η πατρίδα μας, σύμφωνα με τα λεγόμενα των αστών, ήταν πάντα περικυκλωμένη από εχθρικούς γείτονες. Σε όλους τους πολέμους υπήρξε αμυνόμενη υπέρ βωμών και εστιών και σε όλους τους διπλωματικούς τσαμπουκάδες, είχε το δίκαιο με το μέρος της. Αυτοί οι εχθροί είναι υπεύθυνοι για όλα τα δεινά που συσσώρευσαν οι πόλεμοι, και όταν δεν αρκούν αυτά προσθέτουμε και τις μεγάλες δυνάμεις (γενικώς). Έτσι καταστροφικοί τυχοδιωκτισμοί (Μ. Ασιατική καταστροφή) (Κυπριακό) (Μακεδονικό) δικαιολογούνται με διακομματικές ευχές και λαϊκή συναίνεση.

Το περιφερόμενο διακομματικό μπουλούκι που έχει αυτοανακηρυχθεί θεματοφύλακας της εθνικής καθαριότητας, στοχοποιώντας αυτή τη φορά όσους έχουν διαφορετική άποψη. Μου θύμισε το ποίημα και το ερώτημα: Τι είναι η πατρίδα μας;

…Μα τότε που στη μοίρα μου μιλούσα είχες ντυθεί τ’ αρχαία σου τα λούσα και στο παζάρι με πήρες γύφτισσα μαϊμού Ελλάδα-Ελλάδα μάνα του καημού…

Ένα κράτος που με παράδειγμα του δίδαξε στάση και στους πολίτες του. Νομοθετικοί και κοινωνικοί αποκλεισμοί περίμεναν όσους δεν χωρούσαν στην “ελληνοχριστιανική” πλατφόρμα, θρησκευτικές, πολιτικές, ακόμη και ανθρώπινες ιδιαιτερότητες όχι μόνο δεν έγιναν στοιχειωδώς ανεχτές, αλλά αντιμετωπίστηκαν με σκληρότητα. Άνθρωποι, κοινωνικές ή πολιτικές ομάδες ακόμη και γεωγραφικές περιοχές έζησαν την απομόνωση και τον αποκλεισμό επειδή είχαν την ατυχία να είναι “διαφορετικοί”.

Αργότερα οι αριστεροί πολίτες έζησαν μισό αιώνα κοινωνικής απομόνωσης, και οι θρησκευτικές μειονότητες είχαν προβλήματα ακόμη και για να αποκτήσουν άδεια οδήγησης. Τέλος, ο μύθος της συνέχειας του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού είναι κορυφαίος και αυταπόδεικτος. Αρκεί μια βραδινή βόλτα στα “πολιτιστικά κέντρα” της παραλιακής οι μύθοι δεν σταματούν εδώ, το “μπουλούκι” είναι ανεξάντλητο. Αν βρεθεί κάποιος, απέναντι του ή στο δρόμο του αλλοίμονο σου. Η συντηρητική ακροδεξιά εμπροσθοφυλακή θα αναλάβει την αποδόμησή του. Τις σκέφτομαι να μιλάνε στα παιδιά τους. Να τα προστάζουν, να τα προσηλυτίζουν, να τα ποτίζουν /μίσος, μίσος για ό,τι δεν τους μοιάζει, ό,τι δεν είναι στα μέτρα τους, σε ένα αδιάκοπο κρεβάτι του Προκρούστη οι άλλοι, ό,τι περισσεύει πρέπει να τεμαχίζεται, να πέφτουν κεφάλια, τα κεφάλια, προπάντων τα κεφάλια, που γέμισαν εικόνες από τον ασυνόρευτο κόσμο, που γέμισαν ποίηση, που γέμισαν μουσικές, που γέμισαν σεκάνς και συναίσθημα από το σινεμά, και σκηνές από το θέατρο, που γέμισαν αράδες κι αράδες από τα βιβλία, που γέμισαν καταγραφές από τη βιωμένη ιστορία, που γέμισαν χρονολογίες, γεγονότα, που γέμισαν από ήρωες, που στούμπωσαν από ήρωες, και τα χέρια, τα χέρια που ανατρίχιασαν από κοινές συγκινήσεις, που έγιναν μαντήλια για το δάκρυ, που κράτησαν πανό, που έγιναν χωνί για τα συνθήματα, που σηκώθηκαν γροθιές στον αέρα, φοβίζοντας ποιον αλήθεια, τον αέρα, τα αφεντικά τις είχανε σκυλάκια εκείνες όχι τις άλλες, αλλά τα χέρια τους ήταν πολλά. Οι Έλληνες άκουγαν Θεοδωράκη και Χατζιδάκι, μα τραγουδούσαν Καζαντζίδη. Στη γιορτή, στον πόνο, στο αυτοσχέδιο γλέντι, στο μεράκι, στο ερωτικό βάσανο θέλανε τα «δικά τους» τραγούδια. Ακόμη και σήμερα άλλα παίζει η τηλεόραση και το ραδιόφωνο και άλλα τραγουδάει ο κόσμος.