Φώτα, Κάμερα, Πάμε

Οι σερβιτόροι μεταξύ μας -όπως μάλλον γίνεται στις περισσότερες δουλειές- αστειευόμαστε συχνά για το γεγονός ότι κάνουμε αυτή τη δουλειά από χόμπι, ότι δεν μας ενδιαφέρουν στην πραγματικότητα τα χρήματα, αλλά να συναναστρεφόμαστε με κόσμο και να ξεπερνούμε τις προκλήσεις της κάθε βάρδιας. Ίσως έναν τέτοιον τύπο σερβιτόρου να είχε στο μυαλό του και ο Στιβ Κρικρής όταν γύρισε την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία με τίτλο The Waiter και πρωταγωνιστή τον Άρη Σερβετάλη.

Δεν εξηγείται δηλαδή αλλιώς το γεγονός ότι ο Ρένος, ο κεντρικός ήρωας, επαγγελματίας σερβιτόρος που εργάζεται σε ένα ζαχαροπλαστείο τέλειας αισθητικής που είναι ώρες ώρες σαν να το κινηματογράφησε ο Γουές Άντερσον και έχει μονίμως δύο τρία τραπέζια και τα υπόλοιπα άδεια (αλλά δύο σερβιτόρους, παρακαλώ, στη βάρδια), έχει την οικονομική δυνατότητα να κατοικεί σε μια διαμερισματάρα που η είσοδος της φαίνεται να βρίσκεται επί της οδού Βασιλίσσης Σοφίας ανάμεσα στην οδό Ρηγίλλης και την Ηρώδου Αττικού σύμφωνα με τα κτίρια που έχουν επιλεχθεί και που είναι γεμάτη φυτά σε τόσο τέλεια κατάσταση που υποδεικνύει ότι υπάρχει άπλετος χρόνος και -κυρίως- άπλετο χρήμα για τη φροντίδα τους.

Χμ, η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν όντως σερβιτόροι που έχουν μια κάποια οικονομική άνεση, γιατί μπορεί να διαθέτουν κάποιο σπίτι στο όνομά τους ή γιατί έχουν αποταμιεύσει αν είναι μόνοι χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις κι είναι και πολλοί εκείνοι που δουλεύουν επί σειρά ετών σεζόν, όπου βασανίζονται πραγματικά αλλά καταφέρνουν να μαζέψουν αρκετά χρήματα ώστε τον υπόλοιπο χρόνο να ταξιδέψουν ή να συντηρήσουν ένα συγκεκριμένο lifestyle που έχουν επιλέξει και που τους αρέσει. Αλλά ο Ρένος μας δεν φαίνεται ένας από αυτούς. Ένας από τους σερβιτόρους που δουλεύουν σεζόν, δηλαδή. Η μόνη ομοιότητα, λοιπόν, που μπορεί να έχει με τους συναδέλφους που μπορεί κάποιος να συναντήσει σε αυτό το επάγγελμα είναι το απόμακρο του χαρακτήρα του, η κρυψίνοια του, είναι από αυτούς που δεν λένε πολλά, λιγομίλητοι και μάλλον αυστηροί, ακόμα και με τον πελάτη. Ένα μάλλον εστέτ ψυχάκι το οποίο απλά κάνει τη δουλειά του κι επιστρέφει στο δικό του κόσμο που είναι αποκλειστικά δικός του. Δεκτόν.

Αντιθέτως, o Λέβινσον, ο μεθυσμένος σερβιτόρος στην ταινία The Party με τον Birdie num num Πίτερ Σέλερς, σε αυτήν την εποποιία που θα μπορούσε να είναι πέρα ως πέρα αληθινή (ακόμη και με τον ελέφαντα του φινάλε), μέσα στην όλη φάρσα και την ίδια του την ακρότητα, μοιάζει πιο πραγματικός ρόλος. Όταν η δουλειά κορυφώνεται και όλα τελικά θα πάνε όπως όλοι περίμεναν, δηλαδή χάλια, ο σερβιτόρος μας θα αρχίσει να πίνει κι από ένα ποτηράκι μέχρι που θα είναι τελείως τύφλα. Μες στην αναμπουμπούλα, μες στις ανατροπές, με τον μετρ να προσπαθεί να μαζέψει τα ασυμμάζευτα, την κουζίνα υπό διάλυση και τους υπόλοιπους να τρέχουν πανικόβλητοι δεξιά αριστερά, κανένας δεν θα τον δει, κανένας δεν θα ασχοληθεί μαζί του, ή, καλύτερα, αυτή θα είναι μια συζήτηση που θα γίνει όταν όλα τελειώσουν.

Ο πανικός στον Ρατατούη που έπρεπε να βρεθεί τρόπος για να εξυπηρετηθούν οι πελάτες με τον Αλφρέντο Λινγκουίνι να είναι ο μοναδικός που θα μπορούσε να τους εξυπηρετήσει, μοιάζει επίσης πραγματικός. Σίγουρα δεν υπάρχουν κουζίνες που οι μάγειρες να είναι αρουραίοι, συνήθως αυτοί είναι στα πέριξ και όχι σε τόσο νευραλγικές θέσεις. Όμως όλη αυτή η ένταση του σέρβις, η απαίτηση να ικανοποιηθεί μια δύσκολη, σχεδόν ακατόρθωτη, συνθήκη είναι μάλλον καθημερινή κατάσταση στην εστίαση. Πόσω μάλλον σε μεγάλες εκδηλώσεις με δεκάδες ή κι εκατοντάδες ανθρώπους που πρέπει να ταϊστούν, όλο αυτό το υλικό να ετοιμαστεί, να στρωθεί, σερβίτσια, πετσέτες, το ίδιο το σέρβις που μοιάζει με αγώνα ταχύτητας ή στίβο μάχης ή και τα δύο συγχρόνως, αχ, ναι, τα ρόλερ σκέιτ που φόραγε ο Λινγκουίνι για να τα προλάβει όλα είναι ένα όνειρο για πολλούς σερβιτόρους, που είναι σαν να τα φοράνε, αλλά δεν τα φοράνε -προφητεία.

Τα ρόλερ σκέιτ φυσικά είναι μια συνηθισμένη πρακτική σε diners της Αμερικής κυρίως. Αλλά και σε ευρωπαϊκές ντίσκο των ‘70s. Δεν είναι κάτι καινούριο. Η Μόνικα από τα Φιλαράκια το έκανε για ένα διάστημα και μάλιστα αναγκασμένη να φορά ψεύτικο στήθος και ξανθιά περούκα ώστε να είναι όσο πιο κοντά γίνεται σε αυτό το πρότυπο της αμερικανικής ονείρωξης. Αλλά μιας και βρισκόμαστε σε αυτό το μέρος που λέγεται Friends ας θυμηθούμε όλοι τη Ρέιτσελ ως σερβιτόρα. Είναι κοντά στην πραγματικότητα; Η νέα ή ο νέος που για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα δουλεύει σε μια καφετέρια, ενώ δεν ξέρει πώς να κρατάει ένα δίσκο με ποτήρια, τα σπάει όλα, κάνει λάθος τις παραγγελίες, αλλά συγχωρείται γιατί δείχνει να προσπαθεί αλλά είναι και γλυκούλι πλασματάκι και τελικά τα πάει όλο και καλύτερα και κατορθώνει να σταθεί στα πόδια του (αλλά και να κάνει καλά αυτή τη δουλειά); Είναι; Ναι, είναι. Μέχρι στιγμής, αυτός ο ρόλος είναι ο πιο πραγματικός. Ο πιο πιθανός να τον συναντήσεις σε αυτή τη δουλειά. Ο πιο πιθανός να είσαι εσύ ο ίδιος.

Παρόμοιοι ρόλοι είναι και οι Μαξ και Κάρολαϊν στο 2 Broke Girls. H πρώτη μια αθυρόστομη μαγκιόρα περπατημένη, η δεύτερη μια πρώην ζάμπλουτη, νυν πτωχεύσασα που το μόνο που μπορεί να κάνει για να μην είναι κυριολεκτικά στους δρόμους της Νέας Υόρκης είναι να δουλέψει ως σερβιτόρα σε ένα ελεεινό φαγάδικο κάπου στο Μπρούκλιν. Οι δυο τους έχουν να αντιμετωπίσουν όλο το λούμπεν πελατολόγιο του μαγαζιού, το λούμπεν μέρος που ζουν, τους κινδύνους, το άθλιο διαμέρισμα στο οποίο συγκατοικούν, τους ηλίθιους άντρες που εμφανίζονται στις ζωές τους, τα χρήματα που εξαφανίζονται μονίμως παρά τις προσπάθειές τους να αποταμιεύσουν και να φτιάξουν τη ζωή τους. Η μία έχει την άλλη, μέσα στη φθορά της καθημερινότητας και τα όνειρα που κάνουν. Όνειρα που απομακρύνονται, άλλοτε λιγότερο, άλλοτε περισσότερο, αυτός ο ατέλειωτος παλμός που λέγεται ζωή.

Αυτούς τους σερβιτόρους θα συναντήσει κάποιος κάνοντας αυτή τη δουλειά. Όχι τον Ρένο που μένει στη Βασιλίσσης Σοφίας. Αν όχι μια Μαξ που τους βρίζει όλους ανοιχτά, θα συναντήσει πολλές Μαξ που τους βρίζουν όλους από μέσα τους ή όταν γυρίσουν από την άλλη μεριά και θα εξαφανιστεί το χαμόγελο από τα χείλη τους. Πολλές τέτοιες Μαξ που θέλουν να τους βρίσουν όλους, που πασχίζουν καθημερινά να βγουν από τη ζωή που κάνουν. Που έτσι τους τα έφερε η ζωή, να είναι στο μεροκάματο, το κακοπληρωμένο, να καταπονούν τα κορμιά τους, να τα πετσοκόβουν, όπως πετσοκόβουν τα θέλω τους και τις επιθυμίες τους, ανήμπορες να ανταποκριθούν στο κόστος ζωής, είτε μιλάμε για τα χρήματα, είτε για το τίμημα που πληρώνεις ψυχικά ώστε να κατορθώσεις να κρατήσεις όση περισσότερη αξιοπρέπεια μπορείς. Και πολλές Καρολάιν, όμως, θα συναντήσεις. Εύθραυστες, αλλούτερες, ναυάγια. Αλλού πήγαιναν, αλλού ξεβράστηκαν. Πιασμένες από τα βράχια προσπαθούν να βγουν στην ασφάλεια της ακτής. Έτσι είναι αυτή η δουλειά. Πίσω από το χαμόγελο μπορεί να βρίσκεται ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο δράμα. Πίσω από μια ευγενική προσφώνηση, μπορεί να κρύβεται μια κατάρα. Η ίδια η φύση των ανθρώπων, μαγειρεύεται με ένα σωρό διαφορετικά υλικά κάθε μέρα και σερβίρεται στους ίδιους τους ανθρώπους σε μια παράσταση, ένα τελετουργικό που μπορεί να υπάρχει μόνο και μόνο για να βρίσκει κάποιος τις συντεταγμένες του, να ξέρει απλά που βρίσκεται. Πλανήτης Γη.

Υπάρχει όμως ένας κινηματογραφικός ήρωας που είναι ο απόλυτος ήρωας όλων των Ελλήνων σερβιτόρων. Το γκανιάν. Το ίνδαλμα. Η θεότητα. Αυτός που όλοι οι σερβιτόροι -εκτός από τον Ρένο- θα ήθελαν να του μοιάσουν ή να κάνουν έστω μία φορά στη ζωή τους. Αυτός που όλοι οι σερβιτόροι – εκτός από τον Ρένο – κρατιούνται καθημερινά να μην το κάνουν γιατί δεν έχουν ετοιμάσει το έδαφος, δεν είναι ακόμα σε θέση, δεν είναι έτοιμοι, δε δύνανται: ο Θανάσης Βέγγος να τρίβει την μακαρονάδα στη μούρη του Βασιλάκη Καΐλα στην ταινία «Πολυτεχνίτης κι Ερημοσπίτης». Αυτό.

Print Friendly, PDF & Email