Ευρωκάλπη με επικεφαλής από το… κάτω ράφι

Έλλειψη ενθουσιασμού παρατηρείται στους κόλπους των Σοσιαλδημοκρατών και της Αριστεράς σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την επιλογή των πολιτικών που θα τεθούν επικεφαλής των παρατάξεων ενόψει των ευρωεκλογών του Ιουνίου. Κάτι που απηχεί και τη γενικότερη αδιαφορία για συμμετοχή στο αμφιλεγόμενο σύστημα Spitzenkandidaten – την ανάδειξη του επικεφαλής της κάθε παράταξης στις ευρωεκλογές, που στη συνέχεια διεκδικεί την ηγεσία στο Κολέγιο των Επιτρόπων.

Πρόκειται για μια απογοητευτική εικόνα για τον κορυφαίο θεσμό του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, καθώς ο επικεφαλής της παράταξης που αναδεικνύεται πρώτη σε δύναμη είθισται να αναλαμβάνει και το τιμόνι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Έτσι, ενώ το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα εκτιμάται ότι θα κατέβει με την Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν, η οποία δεν ενθουσιάζει ούτε τους δικούς της, οι Σοσιαλιστές και η Αριστερά οδηγούνται σε επιλογές από το… κάτω ράφι.

Ηγέτης μιας χρήσεως

Πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Αριστεράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπου αυτή τη στιγμή θεωρείται πιθανό να υποστηριχθεί ως επικεφαλής ο Αυστριακός κομμουνιστής Βάλτερ Μπάιερ.

Πηγές που επικαλείται το Euractiv ανέφεραν ότι στη συνάντηση της Πολιτικής Γραμματείας του κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, στις 13 Ιανουαρίου στο Βερολίνο, προτάθηκε το όνομα του Μπάιερ, που αυτή τη στιγμή «είναι ο μόνος υποψήφιος». Η τελική απόφαση θα ληφθεί στη Λιουμπλιάνα, στις 24 και 25 Φεβρουαρίου, όπου θα γίνει η γενική συνέλευση ενόψει των εκλογών και θα οριστικοποιηθεί το εκλογικό μανιφέστο.

Η πιθανή επιλογή του Μπάιερ, που είναι σήμερα πρόεδρος της παράταξης, αλλά γενικά θεωρείται άγνωστος στις Βρυξέλλες και στην ευρωπαϊκή σκηνή, προδίδει έλλειψη ενθουσιασμού, όπως σχολιάζει το Euractiv. Ένα επιπλέον ζήτημα για την υποψηφιότητα Μπάιερ είναι ότι, ενώ μπορεί να πάρει το χρίσμα του επικεφαλής της Αριστεράς για τις ευρωεκλογές, το κόμμα του σε εθνικό επίπεδο δεν του δείχνει αντίστοιχη εμπιστοσύνη.

Συγκεκριμένα το Αυστριακό Κομμουνιστικό Κόμμα επιβεβαίωσε ότι ο Μπάιερ δεν θα είναι ο πρώτος στη λίστα της παράταξης σε εθνικό επίπεδο. Με δεδομένο ότι οι Αυστριακοί κομμουνιστές δεν έχουν ούτε μία έδρα στο απερχόμενο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, είναι πρακτικά αδύνατο για τον Μπάιερ να εκλεγεί ευρωβουλευτής και ως εκ τούτου είναι προδιαγεγραμμένη η εξαφάνισή του από την πολιτική σκηνή αμέσως μόλις κλείσουν οι κάλπες για την Ευρωβουλή.

Η επιλογή Μπάιερ, κατά το Euractiv, μπορεί να θεωρηθεί ενδεικτική του κλίματος ηττοπάθειας στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, καθώς εκφράζονται φόβοι ότι τα αριστερά κόμματα στην Ευρώπη μπορεί να μην εξασφαλίσουν 23 έδρες από επτά χώρες, που απαιτούνται για να συγκροτήσουν Κοινοβουλευτική Ομάδα. Κι αυτό μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της απώλειας δυνάμεων για τα πιο ισχυρά εθνικά κόμματα, που είναι οι Ισπανοί Podemos, o ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα και η Linke στη Γερμανία.

Ο εντελώς άγνωστος

Αντίστοιχη είναι η κατάσταση στους κόλπους των Σοσιαλιστών, που προκρίνουν την υποψηφιότητα του Λουξεμβούργιου επιτρόπου Νίκολας Σμιτ, ο οποίος θεωρείται επιλογή χαμηλού προφίλ. «Κυκλοφορεί το όνομά μου. Βεβαίως είμαι ανοιχτός» δήλωσε ο Σμιτ στο «Politico». Και ο Γενς Γκάιερ, υψηλόβαθμο στέλεχος των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών, δήλωσε ότι ο Σμιτ «είναι απολύτως αξιοσέβαστος και πειστική προσωπικότητα για να πάρει τη δουλειά» του επικεφαλής των Σοσιαλιστών.

Ο Σμιτ, επίτροπος για την Εργασία και τα Κοινωνικά Δικαιώματα, είναι ένα όνομα μάλλον άγνωστο στους Ευρωπαίους, που σίγουρα έχουν ακούσει περισσότερα για την Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν. «Πιθανόν η μητέρα μου να μην τον γνωρίζει, αλλά είναι δική μας δουλειά στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας να τον κάνουμε γνωστό» δήλωσε ο Γκάιερ, προσθέτοντας ότι ως επίτροπος στο Κολέγιο της Φον Ντερ Λάιεν «έχει κάνει εντυπωσιακή δουλειά σε θέματα κοινωνικών αλλαγών και είναι γνωστός και αποδεκτός μεταξύ των συνδικαλιστών και των προοδευτικών δυνάμεων στην Ευρώπη».

Για τον 70χρονο Σμιτ το να τεθεί επικεφαλής των Σοσιαλιστών είναι ο μόνος τρόπος να παραμείνει στις Βρυξέλλες, καθώς το κόμμα του δεν συμμετέχει πλέον στον νέο κυβερνητικό συνασπισμό στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Λουξεμβούργο.

Η υποψηφιότητα Σμιτ προέκυψε αφού τα βαριά ονόματα της παράταξης για διάφορους λόγους είχαν αποσυρθεί από την κούρσα. Ο Φρανς Τίμερμανς, επικεφαλής των Σοσιαλιστών το 2019, επέστρεψε στην εθνική πολιτική σκηνή στην Ολλανδία. Ο Αντόνιο Κόστα είδε την κυβέρνησή του στην Πορτογαλία να πέφτει υπό το βάρος ενός σκανδάλου και ο Πάολο Τζεντιλόνι, που συμμετέχει στο Κολέγιο των Επιτρόπων της Φον Ντερ Λάιεν, είπε ότι δεν ενδιαφέρεται για τη δουλειά. «Θα γυρίσω στη χώρα μου» είπε ο Τζεντιλόνι στο «Politico», προσθέτοντας ότι δεν θα είναι ούτε υποψήφιος ευρωβουλευτής.

Την οριστική απόφαση θα την πάρουν οι Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές στη σύσκεψη που προγραμματίζουν για τις 2 Μαρτίου στη Ρώμη και λίγες μέρες αργότερα θα συγκληθεί το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, στο Βουκουρέστι, για να εκλέξει τον δικό του επικεφαλής ενόψει των ευρωεκλογών.

Απαξίωση του Spitzenkandidat

Αυτή η απουσία ενδιαφέροντος δεν δείχνει τόσο έλλειψη πολιτικών που είναι ικανοί να ηγηθούν των ευρωπαϊκών παρατάξεων, αλλά κυρίως καταμαρτυρά την απαξίωση της ίδιας της διαδικασίας ανάδειξης των μελών της επιτροπής. Το σύστημα επιλογής Spitzenkandidat ετέθη υπό αμφισβήτηση στις εκλογές του 2019, όταν οι εθνικοί ηγέτες των 27 κρατών – μελών αγνόησαν τον Μάνφρεντ Βέρνερ, που ήταν επικεφαλής του πρώτου σε δύναμη Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, και υποστήριξαν την υποψηφιότητα της Γερμανίδας υπουργού Άμυνας Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Οι ηγέτες των κρατών – μελών έστειλαν έτσι το μήνυμα ότι δεν είχε και τόση σημασία η ψήφος των Ευρωπαίων για την Ευρωβουλή, αλλά ήταν πιο σημαντικό να τηρηθούν οι ισορροπίες μεταξύ των κρατών – μελών. Κι έτσι επελέγη η Φον Ντερ Λάιεν, η οποία, ύστερα από μία μάλλον μέτρια θητεία, έχει πιθανότητες να επανεκλεγεί. Εκτός κι αν άλλη μια φορά οι Ευρωπαίοι ηγέτες αποφασίσουν πως περισσότερη σημασία από την ίδια την ψήφο των Ευρωπαίων πολιτών έχει το παρασκήνιο.

Η απαξίωση του συστήματος επιλογής των μελών της Επιτροπής είναι και ένα ισχυρό μήνυμα προς τους Ευρωπαίους ψηφοφόρους για τη βαρύτητα που έχει η ψήφος τους. Και ίσως αποτελεί και μία εξήγηση για τα υψηλά ποσοστά αποχής από μια διαδικασία, που τελικά απαξιώνεται από τους ίδιους τους ηγέτες των κρατών – μελών.

Print Friendly, PDF & Email