ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΤΙ ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ

ΠΑΛΛΑΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ – ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ – IFJ

Έχετε σκεφθεί πως οι πολιτικές σας πεποιθήσεις και η στάση σας απέναντι στα «κοινά» βασίζονται σε ειδικές διεργασίες του εγκεφάλου σας, οι οποίες επηρεάζουν ολόκληρη την καθημερινότητά σας;
Σύμφωνα λοιπόν με τον Ντέιβιντ Αμόντιο, οι προοδευτικοί και οι συντηρητικοί, εκτός από τις πολιτικές διαφορές τους, έχουν και διαφορετικό εγκέφαλο. Ο αμερικανός ερευνητής κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό. Ύστερα από ένα πείραμα, στο οποίο 53 εθελοντές κλήθηκαν να ολοκληρώσουν μια σειρά από τεστ, τα οποία εκτιμούσαν την αντίδρασή τους σε ερεθίσματα, που τους ανάγκαζαν να βγουν από μια καθιερωμένη ρουτίνα. Μέσω εγκεφαλογραφήματος φάνηκε πώς οι προοδευτικοί είχαν «υψηλότερη νευρωνική δραστηριότητα που σχετίζεται με τις διενέξεις» όταν έπρεπε να πάνε ενάντια στην ρουτίνα. Οι συντηρητικοί ήταν λιγότερο ικανοί να προσαρμόζονται στην αναπάντεχη κατάσταση. Κάποιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει τους συντηρητικούς ακάμπτους και τους προοδευτικούς ευπροσάρμοστους, ενώ κάποιος άλλος, ασυνεπείς τους προοδευτικούς και σταθερούς και πιστούς τους συντηρητικούς. Η οπτική είναι καθαρά υποκειμενική.
Προσπαθώ στις εκλογικές αναμετρήσεις να βρω αυτό το αίσθημα της ικανοποίησης και της πολιτικής αυταρέσκειας που υπάρχει σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Το ήξερα και το ξέρω ότι οι αναμετρήσεις είναι μια οχληρή διεκπεραίωση πολιτικών προσποιήσεων, που σε ένα μισοσιτεμένο άνθρωπο της «γενιάς της μεταπολίτευσης», ασφαλώς ούτε αγανάκτηση, αλλά ούτε ιδιαίτερης περιέργειας αίσθημα μπορεί να προκαλέσει.
Δεν είναι οι ξύλινο πολιτικοί λόγοι, δεν είναι οι φωνές και οι αντεγκλήσεις, δεν είναι το τοκ σόου στο οποίο έχει εκφυλισθεί η πολιτική μας ζωή. Είναι που πια, εδώ και χρόνια, λείπει το «πάθος». Είναι που λείπουν οι μεγάλοι ωραίοι τρελοί, που γέμιζαν κάποτε τις εφημερίδες με σχόλια ανέκδοτα και ενδιαφέρον, όλοι εκείνοι οι Θεοδωράκηδες, Μελίνες, Φλωράκηδες, Τρίτσηδες ή όλοι εκείνοι οι φιλόσοφοι, ποιητές, συγγραφείς που τιμούσαν το ελληνικό κοινοβούλιο ή εν πάση περιπτώσει, του έδιναν κάποιο χαρακτήρα.
Είναι που το «πάθος» έχει αντικατασταθεί από την λάμψη και γοητεία της μετριότητος, από τον πασπαλισμένο με χρυσόσκονη θίασο μικροηθοποιών, μικροκαλλιτεχνιζόντων ή μικροπολιτικών μικροπωλητών γαλάζιου- πράσινου και κόκκινου χρώματος, που τάζει σενάρια επιτυχίας με συμβόλαια προς τον λαό διαρκείας ενός αυτοκόλλητου τατουάζ. Είναι που τα «τζάκια» εκτόπισαν κάθε ελπίδα πρωτοτυπίας ή κάθε ζωντάνια από την πολιτική, ή καν κάποιο καλό γούστο. Πάντα με εκπλήσσει η ικανότητα του συστήματος να χειραγωγήσει την κοινή γνώμη και ψυχρά επαγγελματικά και κυνικά να ενσωματώνει τα πάντα στην κυρίαρχη προπαγάνδα.
Σε μια εποχή ραγδαίων παγκόσμιων αλλαγών που απαιτεί αισιοδοξία, ελπίδα, τόλμη, διάθεση για αλλαγή, ωριμότητα για μεταρρυθμίσεις, ανάληψη ρίσκου, η Ελλάδα ξαναβυθίζεται στο κλασικό φοβικό στερεότυπο του απειλούμενου ανάδελφου λαού, που αντιμετωπίζει συνωμοσίες από τους «άλλους». Μια τέτοια χώρα στο σύγχρονο κόσμο είναι καταδικασμένη. Το ακόμα χειρότερο είναι όταν φτάνουμε στο δια ταύτα. Μια ώριμη χώρα, που μπορεί να αντιμετωπίσει τον εαυτό της στον καθρέπτη, αναλύει τα λάθη της και προσπαθεί να τα διορθώσει.
Ότι και να γράψω, δεν πρόκειται ποτέ να είναι καλύτερο, πιο δυνατό, πιο δραματικό, ποιο συγκλονιστικό από όταν καίγεται ο τόπος σου, όταν πεθαίνουν τόσοι άνθρωποι, τόσο άδικα, όσοι μιλάνε, όσοι γράφουν. Οι πολίτες αυτής της χώρας έχουν υποχρέωση ν’ αφήσουν την οργή και την αγανάκτηση. Και οι ίδιοι για μια φορά, ίσως πρώτη, ψυχρά, ορθολογικά να σκεφθούν, να αναλύσουν, να μάθουν, να καταλάβουν. Να σκεφθούν πολιτικά, να ξαναγίνουν δηλαδή πολίτες.