Έγκλημα Τέμπη: Οι καταθέσεις που καίνε για την 717 – Το «μπάζωμα» της έρευνας και οι ευθύνες

Ελένη Καρανικόλα Κοντορούση

Το «μπάζωμα» της έρευνας και οι ευθύνες για τη μη υλοποίηση της αμαρτωλής σύμβασης που τελικά οδήγησε στην τραγωδία των Τεμπών

Τα κομβικά σημεία από τις καταθέσεις της Μάγδας Γεροντίδου, πρώην επιθεωρήτριας της Αρχής Διαφάνειας και μάρτυρα-κλειδί στη δικογραφία που έχει σχηματιστεί στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τη μη υλοποίηση της αμαρτωλής σύμβασης 717 που μεταξύ άλλων οδήγησε στον βίαιο θάνατο 57 ανθρώπων, τα οποία φωτίζουν σκοτεινά σημεία της έρευνας, παρουσιάζει σήμερα το Documento. Τη βαρύτητα αυτών των καταθέσεων αποδεικνύει και το γεγονός ότι τρεις από τους βασικούς κατηγορούμενους για την 717, οι οποίοι βαρύνονται με πληθώρα αδικημάτων, ζήτησαν να αποσυρθούν από τη δικογραφία.

Ολα ξεκίνησαν πριν από δέκα χρόνια

Η περίφημη σύμβαση 717 υπογράφηκε πριν από δέκα χρόνια, το 2014, και αφορούσε την εγκατάσταση συστημάτων ασφαλείας στο σιδηροδρομικό δίκτυο και την αναβάθμιση του συστήματος σηματοδότησης – τηλεδιοίκησης. Μέχρι σήμερα έχει πάρει οκτώ παρατάσεις, ενώ παράλληλα έχει υπογραφεί και συμπληρωματική σύμβαση με αποτέλεσμα το έργο να μην έχει ακόμη περατωθεί.

Ηδη από το 2018 είχε σχηματιστεί δικογραφία για την περιβόητη σύμβαση 717 την οποία ερευνούσε η Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς. Μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τον Κυριάκο Μητσοτάκη το 2019 η εν λόγω εισαγγελία καταργήθηκε και το έργο της ανέλαβε η Οικονομική Εισαγγελία, η οποία ανέλαβε και τον έλεγχο υπό τον τότε προϊστάμενο Χρήστο Μπαρδάκη.

Είναι ο γνωστός εισαγγελέας των «αδιευκρίνιστων», κι όπως με τις περιπτώσεις των Αδωνη Γεωργιάδη και Δημήτρη Αβραμόπουλου για το σκάνδαλο της Novartis, κανείς ποτέ δεν κατάλαβε τον λόγο της αρχειοθέτησης και της δικογραφίας για τη σύμβαση 717, παρόλο που συστήματα ασφαλείας στον σιδηρόδρομο δεν υπήρχαν κι αυτό επισφραγίστηκε με τον φρικτό θάνατο 57 συνανθρώπων μας στα Τέμπη.

Η υπόθεση δεν έκλεισε εκεί καθώς μια ανώνυμη επιστολή που στάλθηκε τον Μάιο του 2022 αποτέλεσε την αρχή της έρευνας για τη διαβόητη σύμβαση και από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η Εθνική Αρχή Διαφάνειας (ΕΑΔ) επίσης είχε αναλάβει να ελέγξει την ίδια αμαρτωλή σύμβαση, η οποία όμως μπήκε στο αρχείο ύστερα από περίπου δύο χρόνια. Το αξιοσημείωτο είναι πως η αρμόδια επιθεωρήτρια της ΕΑΔ Μάγδα Γεροντίδου τον Μάιο του 2021 κι ενώ είχε προχωρήσει σε βάθος την έρευνά της αντικαταστάθηκε με αιφνιδιαστική απόφαση της τότε διοίκησης Μπίνη, στενού φίλου του πρωθυπουργού, δήθεν λόγω… φόρτου εργασίας.

Φως στη διασπάθιση δημόσιου χρήματος

Μέσα από την πρώτη κατάθεση της Μάγδας Γεροντίδου στις 30.3.23 γίνεται αντιληπτό το αντικείμενο της σύμβασης καθώς και οι λόγοι που συνέβαλαν στις πολλαπλές καθυστερήσεις και συνεπώς στη μη ολοκλήρωσή της.

«Η σύμβαση είχε ως αντικείμενο τη συνολική οργάνωση, αξιοποίηση και διαλειτουργική εναρμόνιση όλων των επιμέρους προσπαθειών που είχαν γίνει με προηγούμενες εργολαβίες με αντικείμενο την ασφαλή σιδηροδρομική διακίνηση. Για την εξασφάλιση αυτού του στόχου της εργολαβίας ήταν απαραίτητη η εκπόνηση ιδιαιτέρως εξειδικευμένων μελετών και για αυτό η διακήρυξη (και η συνακόλουθη σύμβαση) προέβλεψαν την εξασφάλιση σχετικής ειδικής εμπειρίας που εν προκειμένω ο Ανάδοχος παρείχε μέσω της ALSTOM».

Οπως προκύπτει από τις καταθέσεις ο συμβατικός αυτός όρος δεν εκπληρώθηκε ποτέ. Είναι βέβαια σημαντικό να γίνει αντιληπτό ότι «η εκπόνηση και επίβλεψη των μελετών από τον δανειοπάροχο ειδικής εμπειρίας αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την εκτέλεση του έργου της σύμβασης και δίχως αυτή το συγκεκριμένο έργο δεν είναι δυνατό να εκτελεστεί».

Ο ανάδοχος, λοιπόν, σύμφωνα με όσα επικαλείται η πρώην επιθεωρήτρια της ΕΑΔ, δεν προσκόμισε τις προβλεπόμενες εγκεκριμένες μελέτες, με συνέπεια την παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης, δημιουργώντας στρέβλωση του ανταγωνισμού, δεδομένο που «αποτελεί ένα από τα συνηθέστερα σφάλματα κατά την υλοποίηση των συμβάσεων».

Η πρώην επιθεωρήτρια καταλήγει στο συμπέρασμα πως «κατά το διάστημα των πρώτων τεσσάρων ετών εκτελούνταν και πληρώνονταν στον Ανάδοχο με ευθύνη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας (ΔΥ) και της Προϊσταμένης Αρχής της ΕΡΓΟΣΕ, εργασίες χωρίς να έχει εκπονηθεί και εγκριθεί από τη δανειοπάροχο η προβλεπόμενη από τα συμβατικά τεύχη μελέτη».

Οπως προκύπτει, οι εν λόγω μελέτες εγκρίνονται από τη δανειοπάροχο ειδικής εμπειρίας (Alstom) και προσκομίζονται από τον ανάδοχο για πρώτη φορά τον Μάιο του 2019. Ακολουθούν και άλλες μελέτες τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2019. «Κατά συνέπεια, η έγκριση των μελετών καθυστερεί επί 4,5 χρόνια με ευθύνη του Αναδόχου που δεν τις παραδίδει και της ΕΡΓΟΣΕ» .

«Η έγκριση των μελετών για το τμήμα Αχαρνές – Οινόη με το 264696/7/8/2015 έγγραφο της ΕΡΓΟΣΕ έγινε δύο εβδομάδες μετά τη λήξη της 6ης αποκλειστικής προθεσμίας για την παράδοση σε λειτουργία του τμήματος ΣΚΑ – Οινόη και παρά την καταγεγραμμένη διαφωνία και πρόταση για απόρριψή τους από μέλος της ομάδας επίβλεψης».

Οπως τονίζει η μάρτυρας, «αν η ΔΥ και η ΕΡΓΟΣΕ απαιτούσαν από τον πάροχο να συμμετέχει στο έργο από την υπογραφή της σύμβασης το 2014, ως όφειλε, τηρώντας απαρέγκλιτα τη σύμβαση, θα διασφαλίζονταν οι προϋποθέσεις ώστε το έργο να ολοκληρωθεί εντός των συμβατικών προθεσμιών» και εκθέτει με χρονική σειρά όσα ακολούθησαν:

«Με την κοινοποίηση του πορίσματος της Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου ( ΕΔΕΛ), η ΕΡΓΟΣΕ απηύθυνε ειδική πρόσκληση του Προϊσταμένου της ΔΥ προς τον Ανάδοχο για την υποβολή των μελετών σηματοδότησης του Τμήματος ΣΚΑ – Πλατύ συνεπικυρωμένες από τη δανειοπάροχο εταιρεία “Alstom Ferroviaria S.p.A”, εντός 30 ημερών.

Μετά την ειδική πρόσκληση και με υπαρκτό τον κίνδυνο απώλειας της χρηματοδότησης του έργου εξαιτίας των ευρημάτων του ελέγχου της ΕΔΕΛ, τελικά η τροποποιημένη μελέτη εφαρμογής, υπογεγραμμένη από το δανειοπάροχο, παραδόθηκε από τον Ανάδοχο στην ΕΡΓΟΣΕ στις 23-5-2019, δηλαδή με καθυστέρηση 4 ετών και 4 μηνών σε σχέση με την αρχική συμβατική προθεσμία. Ενδεικτικά αναφέρεται, ότι εντός μόλις δύο μηνών, τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2019, παραδίδονται οι τροποποιημένες πλέον μελέτες σηματοδότησης και τηλεδιοίκησης, η υποβολή των οποίων εκκρεμούσε για 4 και πλέον έτη».

Η συμπληρωματική σύμβαση και τα ερωτήματα

Για την υπογραφή της πρώτης συμπληρωματικής σύμβασης η εντεταλμένη Ευρωπαία Εισαγγελέας κάνει την εξής ερώτηση: «Πώς οδηγήθηκε η ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε. στη σύναψη της 1ης Συμπληρωματικής Σύμβασης; Ηταν αναγκαία η υπογραφή της και ποιες ήταν οι οικονομικές συνέπειες;».

Η Μάγδα Γεροντίδου απαντά: «Δεν συνέτρεχε ούτε συντρέχει καμία απρόβλεπτη συνθήκη, η οποία να νομιμοποιεί την έγκριση και υπογραφή 1ης ΣΣΕ, η οποία υλοποιεί, κατά παράβαση των συμβατικών όρων μια διαφορετική τεχνική λύση».

Και συνεχίζει η μάρτυρας: «Δεν συνιστά απρόβλεπτη συνθήκη ούτε η επίκληση της κατάργησης του απαραίτητου λογισμικού τηλεδιοίκησης και της μη διαθεσιμότητας των απαραίτητων ανταλλακτικών, διότι ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι πράγματι το έτος 2017, όταν έλαβε χώρα η εισήγηση για την έγκριση του 1ου ΑΠΕ και της 1ης ΣΣΕ, δεν υπήρχαν τα απαραίτητα ανταλλακτικά, αυτό οφείλεται σε υπαιτιότητα του Αναδόχου, ο οποίος καθυστερούσε στην υποβολή αρμοδίως εγκεκριμένων μελετών με συνέπεια στο χρονικό διάστημα της καθυστέρησης, να έχουν ενδεχομένως μεταβληθεί από τους οίκους παραγωγής λόγω τεχνολογικής εξέλιξης τα τεχνικά χαρακτηριστικά του αναγκαίου εξοπλισμού. Συνεπώς, το σχετικό κόστος, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα άρθρα της ΕΣΥ, υποχρεούνταν να το αναλάβει ο Ανάδοχος».

Σε υπόμνημά της μάλιστα αναφέρει για το ίδιο θέμα πως «η οικονομική ζημία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 9.525.421,6 ευρώ, το οποίο συνιστά επί πλέον δαπάνη, παράνομη και αντισυμβατική αύξηση δηλαδή του συμβατικού τμήματος».

Η αποδόμηση των ελεγκτών της ΕΑΔ

Η Ευρωπαία Εισαγγελέας σε ερώτησή της παραθέτει δύο από τους λόγους που επικαλέστηκαν οι ελεγκτές της ΕΑΔ που αρχειοθέτησε μετά τον έλεγχό της την υπόθεση της 717.

Είχαν επικαλεστεί οι… αθεόφοβοι τις «ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες υλοποίησης της σύμβασης καθώς το έργο εκτελείται χωρίς να παρεμποδίζεται η αδιάλειπτη λειτουργία του ιδιαίτερα επιφορτισμένου σιδηροδρομικού δικτύου του έργου».

Επίσης είχαν υποστηρίξει: «Οι απαιτήσεις ανάταξης και αναβάθμισης του έργου και, ειδικότερα, του συστήματος σηματοδότησης – τηλεδιοίκησής του οι οποίες είναι διαρκώς αυξανόμενες, καθώς ο κύριος εξοπλισμός του περιλαμβάνει ηλεκτρονικά συστήματα, τα οποία επικαιροποιούνται και εναρμονίζονται υποχρεωτικά με τις προδιαγραφές διαλειτουργικότητας και ασφάλειας του ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου».

Απαντώντας η Μάγδα Γεροντίδου καταρρίπτει τους παραπάνω ισχυρισμούς και εκθέτει ανεπανόρθωτα τους ελεγκτές λέγοντας: «Είναι αδιανόητο μετά την υπογραφή της Σύμβασης το ίδιο το αντικείμενο αυτής, όπως αναλυτικά έχει περιγραφεί στα συμβατικά τεύχη, να χρησιμοποιείται ως εφαλτήριο για την δικαιολόγηση της ανατροπής του συμβατικού αντικείμενου. Το συγκεκριμένο έργο ανήκει στην κατηγορία των έργων που εκτελούνται κάτω από ειδικές συνθήκες, δηλαδή με ταυτόχρονη λειτουργία του σιδηροδρομικού δικτύου, και ως τέτοιο δημοπρατήθηκε».

Ακόμη η Μάγδα Γεροντίδου τονίζει το αυτονόητο: «Σε καμία περίπτωση η τεχνολογική πρόοδος δεν αποτελεί εμπόδιο στην υλοποίηση των έργων. Με αυτή την λογική, κανένα έργο που να αφορά σε συστήματα αυτομάτου ελέγχου δεν θα έπρεπε να υλοποιείται και κανένας δεν θα πρέπει να αγοράζει προϊόντα τεχνολογίας, π.χ. υπολογιστές. Στη Σύμβαση 717 τα τεύχη δημοπράτησης όρισαν το επίπεδο της τεχνολογικής ποιότητας που θα παρείχε ο Ανάδοχος, ώστε να εξασφαλίζεται το επιθυμητό συνολικό αποτέλεσμα στη σηματοδότηση και τηλεδιοίκηση».

Τέλος, σε ερώτηση της Ευρωπαίας Εισαγγελέα για το αν συμμερίζεται την απόφαση αρχειοθέτησης της ΕΑΔ απαντά: «Η έκθεση της ΕΑΔ, ενώ καταρχάς αναγνωρίζει τις αντισυμβατικές πράξεις και κυρίως παραλείψεις των αρμοδίων οργάνων της ΕΡΓΟΣΕ έναντι του Αναδόχου, στη συνέχεια αντί να αναλύει τις ζημιογόνες χρονικά και κοστολογικά συνέπειες αυτών των πράξεων, εκτρέπεται σε δίκη προθέσεων των στελεχών της ΕΡΓΟΣΕ και επικαλείται το σύνολο των δυσχερειών του έργου (που όμως είχαν διατυπωθεί και κοστολογηθεί κατά τη Σύμβαση 717) για να δικαιολογήσει το μη καταλογισμό των αυτονόητων εκ του αποτελέσματος ευθυνών τους».

Κατηγορούμενοι ζήτησαν την εξαίρεσή της

Η σημαντικότητα των καταθέσεων της Μάγδας Γεροντίδου αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι τρεις εκ των κατηγορουμένων για τη μη υλοποίηση της σύμβασης 717, ο Χρήστος Βίνης, ο Γεώργιος Κατάκος και ο Αθανάσιος Βούρδας, ζήτησαν με έγγραφό τους προς την Ευρωπαία Εισαγγελέα να εξαιρεθούν οι μαρτυρίες της από τη δικογραφία επικαλούμενοι πως «έλαβε εντολή διενέργειας Επιθεώρησης Ελέγχου ως Επιθεωρητής Ελεγκτής Δημόσιας Διοίκησης στο πλαίσιο διενεργούμενης προκαταρκτικής εξέτασης από τον Εισαγγελέα», γεγονός που αποτελεί «άσκηση προανακριτικών καθηκόντων και επομένως συντρέχουν στο πρόσωπό της υπόνοιες προκατάληψης». Ωστόσο, η Ευρωπαία εντεταλμένη εισαγγελέας εκθέτοντας αναλυτικά το σκεπτικό της ζήτησε να απορριφθεί το αίτημά τους, αναδεικνύοντας για ακόμη μία φορά τη σημασία των καταθέσεων.

Print Friendly, PDF & Email