Δημόσιες επενδύσεις: Η ΕΕ με το ένα χέρι δίνει, με το άλλο παίρνει
Η νέα έκθεση για τη συνοχή της Επιτροπής δείχνει ότι μεγάλο μέρος των δημόσιων επενδύσεων προέρχεται από τα ταμεία συνοχής της ΕΕ και όχι από τα ίδια τα κράτη μέλη, οι δικές τους επενδύσεις των οποίων περιορίζονται από τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ.
Πολλά κράτη μέλη της ΕΕ επωφελούνται από τη χρηματοδότηση από τα ταμεία συνοχής της ΕΕ, αλλά οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, οι χώρες της Βαλτικής, η Ελλάδα και η Πορτογαλία είναι μεταξύ των χωρών που επωφελούνται περισσότερο.
Μεταξύ 2014 και 2020, κατά μέσο όρο περισσότερες από τις μισές δημόσιες επενδύσεις στις χώρες αυτές χρηματοδοτήθηκαν από την ΕΕ, σύμφωνα με την 8η έκθεση για τη συνοχή που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την Τετάρτη (9 Φεβρουαρίου).
«Η χρηματοδότηση του Ταμείου Συνοχής αυξήθηκε από το ισοδύναμο του 34% στο 52% των συνολικών δημόσιων επενδύσεων από την περίοδο προγραμματισμού 2007-2013 έως την περίοδο προγραμματισμού 2014-2020», αναφέρεται στην έκθεση.
Αυτή η αύξηση στη χρηματοδότηση της συνοχής για τις δημόσιες επενδύσεις συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη χρησιμοποίησαν λιγότερα από τα δικά τους κεφάλαια για δημόσιες επενδύσεις. Ωστόσο, θεωρητικά, τα ταμεία συνοχής θα πρέπει να συμπληρώνουν και όχι να αντικαθιστούν τις εθνικές δημόσιες επενδύσεις.
Η Επίτροπος Συνοχής και Μεταρρυθμίσεων κ. Ελίζα Φερέιρα δήλωσε σχετικά: «Δεν νομίζω ότι πρόκειται για εκτοπισμό των [εθνικών] δημόσιων επενδύσεων».
«Αυτό που συμβαίνει είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις, και ιδίως μετά την κρίση του 2008, πολλές χώρες αναγκάστηκαν να συρρικνώσουν τις δημόσιες επενδύσεις τους προκειμένου να συμμορφωθούν με τους μακροοικονομικούς περιορισμούς», δήλωσε η Φερέιρα. Υποστήριξε, μάλιστα, ότι η χρηματοδότηση της συνοχής στις συνολικές δημόσιες επενδύσεις ήταν πιο σημαντικό επειδή οι δημόσιες επενδύσεις καθεαυτές έπεσαν κατακόρυφα.
Σύμφωνα με την Επίτροπο, οι δημοσιονομικοί κανόνες της ΕΕ απαιτούσαν από τις χώρες να περιορίσουν τις δαπάνες τους. Ωστόσο, επειδή πολλές χώρες δεν μπορούσαν να μειώσουν τις συνήθεις δαπάνες, προχώρησαν σε επενδυτικές δαπάνες, υποστήριξε.
Η έκθεση για τη συνοχή δείχνει πώς οι δημόσιες επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκαν στα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ μεταξύ 2008 και 2016, και κυρίως στις λεγόμενες «χώρες Συνοχής», προτού ανακάμψουν εν μέρει από το 2016 έως το 2019.
Ένας αξιωματούχος της ΕΕ επεσήμανε ότι η δημοσιονομική εξυγίανση δεν εξαρτάται μόνο από τους δημοσιονομικούς κανόνες, αλλά και από τη συμπεριφορά των χρηματοπιστωτικών αγορών και την αντίστοιχη δυσκολία των χωρών να αυξήσουν ή να ανανεώσουν το χρέος τους.
Παρ’ όλα αυτά, όσον αφορά τις δημόσιες επενδύσεις, η μακροοικονομική διακυβέρνηση της ΕΕ και η πολιτική συνοχής φαίνεται να αλληλοεξουδετερώνονται.
Αυτό δεν είναι ένα νέο φαινόμενο. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Πολωνικού Οικονομικού Ινστιτούτου, η αντίφαση μεταξύ του στόχου της οικονομικής σύγκλισης και της αυστηρής τήρησης των δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ, γνωστών και ως κριτηρίων του Μάαστριχτ, είχε ήδη επικριθεί όταν οι δημοσιονομικοί κανόνες σχεδιάστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Μεταρρύθμιση των δημοσιονομικών κανόνων
Κατά την παρουσίαση της έκθεσης για τη συνοχή, η επίτροπος Φερέιρα ζήτησε να καθιερωθεί η αρχή της μη πρόκλησης βλάβης στη συνοχή, η οποία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη χάραξη νέων πολιτικών και νομοθεσίας της ΕΕ. Εάν εφαρμοστεί, μια τέτοια αρχή θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα στις συζητήσεις γύρω από τους δημοσιονομικούς κανόνες που αναθεωρούνται.
Το 2021 η Επιτροπή της ΕΕ ανακοίνωσε την αναθεώρηση των δημοσιονομικών κανόνων, με στόχο να τους καταστήσει πιο φιλικούς προς την ανάπτυξη και τις επενδύσεις. Μια γενική ρήτρα διαφυγής επιτρέπει επί του παρόντος στις κυβερνήσεις των κρατών μελών να αγνοήσουν τους κανόνες για να στηρίξουν την οικονομία κατά τη διάρκεια της ύφεσης που σχετίζεται με την πανδημία.
Ωστόσο, εάν δεν υπάρξει μεταρρύθμιση, οι κανόνες αναμένεται να τεθούν εκ νέου σε ισχύ το 2023, επιβάλλοντας τα δημοσιονομικά ελλείμματα να μην υπερβαίνουν το 3% του ΑΕΠ και τα επίπεδα του δημόσιου χρέους να μειωθούν στο 60% του ΑΕΠ.
Ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Μπρουνό Λεμέρ έχει ταχθεί ένθερμα υπέρ μιας φιλικής προς τις επενδύσεις μεταρρύθμισης των κανόνων, ενώ οι κυβερνήσεις άλλων κρατών μελών φοβούνται ότι το άνοιγμα σε περισσότερες επενδύσεις θα οδηγήσει σε μη βιώσιμα επίπεδα δημόσιου χρέους.
Η Επιτροπή αναμένεται να υποβάλει πρόταση μεταρρύθμισης αργότερα εντός του έτους.
Από Janos Ammann | Μεταφρασμένο από Γεωργία Ευαγγελία Καραγιάννη
πηγή: euractiv.gr








