Δημήτρης Βίτσας: Μόνη λύση είναι η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές
γράφει στο peripteron.eu ο Δημήτρης Βίτσας, Αντιπροέδρος της Βουλής των Ελλήνων, βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Δυτικής Αθήνας
Τις τελευταίες (και όχι μόνο) ημέρες μελετώ διάφορες αναλύσεις πολιτικών αναλυτών, που είτε έχουν αυτοχρησθεί, είτε έχουν χρησθεί από διάφορα ΜΜΕ «έγκυροι».
Θυμάμαι πως εν πολλοίς είναι οι ίδιοι(-ες) που την περίοδο 2010-2014 περιφρονούσαν τον ΣΥΡΙΖΑ ως τέταρτη -άντε το πολύ τρίτη- πολιτική δύναμη στην Ελλάδα και δεν μπορούσαν να αντιληφθούν το πολιτικό αίτημα ενός συνεχώς διογκούμενου κοινωνικού κινήματος.
Που, ακόμα και τώρα, δεν μπορούν να αντιληφθούν πως ο συμβιβασμός -ή η ήττα- του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 δεν προήλθε από τη δράση των αντιδραστικών και συντηρητικών δυνάμεων στη χώρα μας, αλλά από τη σκληρή, πείσμωνα δράση και στάση των υπερσυντηρητικών πολιτικών δυνάμεων της Ευρώπης (λέγε με Σόιμπλε) που είχαν -και έχουν- την ικανότητα να δουν τον συστημικό κίνδυνο από μια επιτυχημένη εφαρμογή του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ.
Λίγο-πολύ είναι οι ίδιοι(-ες) που κάθε τόσο αναφέρονται στο «κόμμα του 3%» λησμονώντας ότι η τελευταία φορά που ο ΣΥΡΙΖΑ είχε εκλογικό ποσοστό 4% ήταν το 2009 και έκτοτε το χαμηλότερο εκλογικό ποσοστό του ήταν τον Μάιο του 2012 με 16,5%.
Δεν μπορούν, λοιπόν, αυτοί οι δήθεν φίλοι να δουν αυτό που ο λαός μας είδε τον Σεπτέμβρη του 2015. Αυτό το 2015, με δύο εκλογικές νίκες και ένα ισοπεδωτικό για αυτούς δημοψήφισμα, θέλουν να το σβήσουν από την κοινωνική συνείδηση και να ουδετεροποιήσουν ή να ενσωματώσουν τον ΣΥΡΙΖΑ, γιατί «τίποτα δεν γίνεται» ή γιατί «λίγο-πολύ όλοι ίδιοι είναι». Άρα, ο ΣΥΡΙΖΑ, «για το καλό του» πρέπει να γύρει προς το «Κέντρο». Και εδώ είναι το ζήτημα. Μπορεί, παρακαλώ, κανείς να μου πει τι ακριβώς σημαίνει «να γύρει προς το Κέντρο»; Συγκεκριμένα και όχι γενικές αστειότητες και υποταγή στη λογική του συστήματος με τα υπερκέρδη του, τον αυταρχισμό του, τα συντηρητικά στερεότυπα κλπ.
Βεβαίως, το 2022 δεν είναι 2015, αλλά το ριζοσπαστικό και ανατρεπτικό πνεύμα πρέπει να παραμείνει το ίδιο, όπως και η ανάγκη για επιτυχή κοινωνική, οικονομική και πολιτική ανάλυση της περιόδου με ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση και συγκεκριμένες απαντήσεις στα βασικά κοινωνικά ζητήματα. Και δεν μπορώ να φανταστώ κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον που να απαιτεί ριζοσπαστικές και ρηξικέλευθες πολιτικές απαντήσεις περισσότερο από το σημερινό. Η κρίση της πανδημίας COVID ήταν ο καταλύτης που ξεγύμνωσε την αντικοινωνική φύση του κυρίαρχου εδώ και δεκαετίες νεοφιλελεύθερου υποδείγματος. Έδειξε πόσο κενές περιεχομένου ήταν οι διακηρύξεις των δήθεν φιλελευθέρων. Και πόσο κούφια τα ιδεολογήματα περί υπεροχής του ατομικού συμφέροντος έναντι της κοινωνικής ευθύνης και αλληλεγγύης. Την οικτρή κατάσταση των δημοσίων συστημάτων υγείας της Ευρώπης του πάλαι ποτέ «ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου», τα οποία μετά από τρεις και πλέον δεκαετίες συνειδητής και συστηματικής απαξίωσης κατέρρευσαν υπό το βάρος της πανδημίας. Και την αισχροκέρδεια -στα όρια του μαυραγοριτισμού- ενός σάπιου συστήματος που βάζει τα κέρδη πάνω από τους ανθρώπους, πάνω από τις ελευθερίες, πάνω από τους δημοκρατικούς θεσμούς, πάνω από τις πολυδιαφημισμένες αξίες της Δύσης. Και που επιλέγει την επικοινωνιακή διαχείριση της κατάστασης πάνω σε μανιχαϊστικά δίπολα που θα πυροδοτήσουν τον φανατισμό, την περιχαράκωση σε διχαστικά στρατόπεδα και τον κοινωνικό αυτοματισμό για να κρύψει τις δικές του εγκληματικές ευθύνες.
Αν αυτά φάνηκαν ανάγλυφα στην υπόλοιπη Ευρώπη, τι να πούμε άραγε για την Ελλάδα της κυβέρνησης Μητσοτάκη; Περιττό να γίνει εκτενής αναφορά στα πεπραγμένα μιας κυβέρνησης που στηρίζει την ίδια την ύπαρξη της αποκλειστικά στη στήριξη που της προσφέρουν τα ΜΜΕ, για τη χειραγώγηση των οποίων ανακαλύπτει συνεχώς ευφάνταστες νέες μεθόδους. Πρέπει όμως να υπογραμμίσουμε και πάλι ότι η τραγική -κυριολεκτικά- διαχείριση της πανδημίας από την κυβέρνηση της Δεξιάς δεν ήταν προϊόν ανικανότητας (που κι από αυτή διαθέτουν άφθονες ποσότητες), αλλά συνειδητών πολιτικών επιλογών. Επιλογών που πηγάζουν, αφενός, από πολιτικό δογματισμό και αφετέρου από πρόθεση πελατειακού τύπου εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφερόντων.
Σε μια τέτοια κατάσταση, είναι τουλάχιστον ακατανόητη η προτροπή κάποιων προς τον ΣΥΡΙΖΑ να «σοβαρευτεί» και να «ρίξει νερό στο κρασί του», ιδεολογικά μιλώντας. Δηλαδή, να γίνει αναπόσπαστο τμήμα του ίδιου σάπιου συστήματος που, αφού ευτέλισε κάθε ιδεολογική έννοια σοσιαλδημοκρατίας και φιλελευθερισμού, έγινε ο ηθικός και φυσικός αυτουργός της κατάπτωσης που βιώνει η χώρα και η κοινωνία μας.
Σοβαρή αντιπολίτευση, ειδικά σε αυτή τη συγκυρία, δεν είναι η αντιπολίτευση που στρογγυλεύει τις γωνίες -από φόβο μη θίξει ή τρομάξει ποιους, αλήθεια- αλλά μια αντιπολίτευση αιχμηρή και δυναμικά διεκδικητική ενός καλύτερου και ολότελα διαφορετικού αύριο σε σχέση με τη σημερινή δυστοπία που ζούμε. Μια αντιπολίτευση χρήσιμη στη χώρα και στην κοινωνία, διότι θα δίνει μια εναλλακτική, μια διέξοδο. Και δεν βοηθάει στη συγκρότηση μιας τέτοιας αντιπολίτευσης η αναμόχλευση σεναρίων περί τριπλής κάλπης και τεχνοκρατικών κυβερνήσεων.
Μόνη λύση είναι η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές που θα είναι ο καταλύτης μιας νέας προοδευτικής διακυβέρνησης.








