Αργεντινή: 30.400 εξαφανισμένοι… ένας αριθμός «ανοικτός»

Η 24η Μαρτίου είναι μια από τις πιο σημαντικές ημερομηνίες για τις οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Αργεντινή: είναι η ημερομηνία του πραξικοπήματος. Η απόρριψη της δικτατορίας αποτελεί μία από τις λίγες συναινέσεις που έχει οικοδομήσει η κοινωνία της Αργεντινής στις τέσσερις αδιάκοπες δεκαετίες δημοκρατίας.

Κατά τη διάρκεια του τελευταίου στρατιωτικού καθεστώτος, μεταξύ 1976 και 1983, «διαπράχθηκαν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που είναι απαράγραπτα, που πρέπει να δικαστούν και που δεν μπορούν να επαναληφθούν», σύμφωνα με τα λόγια του Γραμματέα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Αργεντινής, Horacio Pietragalla Corti.

Η δικαιοσύνη έχει καταδικάσει περισσότερους από 1.100 καθεστωτικούς για εγκλήματα όπως δολοφονίες, εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, βασανιστήρια, κλοπές βρεφών και σεξουαλική κακοποίηση, μεταξύ άλλων, σε μια διαδικασία που θεωρείται παγκόσμιο παράδειγμα.

Παρά την τεράστια πολιτική πόλωση στην Αργεντινή, κανένας πολιτικός, ούτε καν από την ακροδεξιά, δεν υπερασπίζεται δημοσίως τη δικτατορία. Ούτε είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς ένα εκλογικό πρόγραμμα που να περιλαμβάνει τη διακοπή των δικών ή την απονομή χάριτος στους καταδικασθέντες, όπως αυτό που ενέκρινε ο Κάρλος Μένεμ το 1989.

Μόλις πριν από πέντε χρόνια, μια απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, η οποία θα ωφελούσε τους καταδικασθέντες με μειωμένες ποινές, προκάλεσε μία από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις στην ιστορία της χώρας και δεν εφαρμόστηκε ποτέ.

Οι αρνητές επιδιώκουν να σπάσουν το κοινωνικό σύμφωνο καταγγέλλοντας τη βία που άσκησαν οι αντάρτες τη δεκαετία του 1970,[i] αμφισβητώντας τον αριθμό των εξαφανισθέντων κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και την οικονομική βοήθεια που έλαβαν τα θύματα και οι οικογένειές τους.

Στη Βουλή των Αντιπροσώπων, η βουλευτής, η οποία προωθεί πιο έντονα έναν θετικό λόγο για τη δικτατορία είναι η Victoria Villarruel, μέλος του υπερφιλελεύθερου κόμματος Libertad Avanza, του οποίου ηγείται ο Javier Milei.

Ως πρόεδρος του Κέντρου Νομικών Μελετών για την Τρομοκρατία και τα θύματά της (Celtyv), η Villarruel ζητά αυτό που η ίδια αποκαλεί «πλήρη μνήμη», δηλαδή να ληφθούν υπόψη και τα θύματα των ανταρτικών ομάδων όπως οι Montoneros ή ο Επαναστατικός Λαϊκός Στρατός (ERP), μεταξύ άλλων.

Όταν ορκίστηκε βουλευτής, η Villarruel το έκανε στο όνομα «των θυμάτων της τρομοκρατίας», γεγονός που προκάλεσε έντονες συζητήσεις μεταξύ των πιο προοδευτικών δυνάμεων σχετικά με τη σκοπιμότητα υποβολής νομοσχεδίου κατά της άρνησης της κρατικής τρομοκρατίας.

Η τελευταία διαμάχη ξέσπασε στις αρχές του μήνα, μετά την παρουσίαση του βιβλίου La estafa con los desaparecidos [Η απάτη με τους εξαφανισθέντες], του δημοσιογράφου και πρώην στρατιωτικού José D’Angelo, στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου. Ο συγγραφέας, ο οποίος είχε προσκληθεί από τον αναπληρωτή του πρώην προέδρου Μάκρι, Alberto Assef, περιγράφει στις σελίδες του περιπτώσεις υποτιθέμενων «ψευδοθυμάτων» της δικτατορίας και επικρίνει την έλλειψη διαφάνειας στην καταβολή των κρατικών αποζημιώσεων.

«Πώς είναι δυνατόν ο τόπος όπου γεννήθηκε το τέλος των νόμων της ατιμωρησίας να είναι τώρα ο τόπος της άρνησης;», διερωτήθηκε η Taty Almeida, Μητέρα της Πλατείας Μαΐου. Μπροστά στις επικρίσεις της Almeida και άλλων ακτιβιστών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η παρουσίαση ακυρώθηκε κατόπιν αιτήματος της Βουλής των Αντιπροσώπων, επειδή έθετε υπό αμφισβήτηση «τις δημοκρατικές και ιστορικές αξίες που η κοινωνία της Αργεντινής έχει κάνει κτήμα της».

9.000 ή 34.000 οι εξαφανισθέντες;

Ένα από τα αγαπημένα ζητήματα των αρνητών της δικτατορίας είναι ο αριθμός των εξαφανισθέντων. Γι’ αυτούς, ο αριθμός των θυμάτων είναι περίπου 9.000, αναφερόμενοι σε εκείνους που καταγράφηκαν από την Εθνική Επιτροπή για τους Εξαφανισμένους (Comisión Nacional sobre la Desaparición de Personas, CONADEP)[ii], η οποία συστάθηκε λίγες ημέρες μετά την επιστροφή της Αργεντινής στη δημοκρατία τον Δεκέμβριο του 1983.

Το νούμερο των 30.000 που χρησιμοποιείται από τις οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι ένας «ανοιχτός αριθμός».

Ένας αριθμός, ο οποίος προκαλεί το κράτος, «είναι μια απαίτηση για απάντηση» επειδή «εξακολουθούμε να ψάχνουμε για πτώματα [των εξαφανισμένων] και για παιδιά που έχουν απαχθεί», σημείωσε ο συγγραφέας Martín Kohan πριν από χρόνια, όταν ο πρώην πρόεδρος Mauricio Macri είχε διαβεβαιώσει σε συνέντευξή του ότι δεν γνώριζε αν οι εξαφανισμένοι «ήταν 9.000 ή 30.000».

«Ολόκληρη η στρατηγική της κρατικής τρομοκρατίας βασιζόταν στον αρνητισμό», σημειώνει η δημοσιογράφος María Rosa Gómez. «Η βίαιη εξαφάνιση ως άρνηση του σώματος του εγκλήματος. Τα παράνομα κέντρα κράτησης ως άρνηση του τόπου του εγκλήματος», προσθέτει.

Σύμφωνα με την Gómez, τόσο κατά τη διάρκεια της δικτατορίας με τους εξαφανισμένους, όσο και σήμερα με τα θύματα των γυναικοκτονιών, γίνεται προσπάθεια να επιβληθεί η καχυποψία. Από το «κάτι πρέπει να έκαναν» για τα θύματα της δικτατορίας μέχρι το «αυτή το ζητούσε» όταν μια νεαρή γυναίκα βρίσκεται νεκρή στο δρόμο.

Θύματα της δικτατορίας και μέλη της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας

Από τη μεριά τους οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων τα τελευταία χρόνια έχουν ανεβάσει τον αριθμό των εξαφανισθέντων στις 30.400, σε μια προσπάθεια να συμπεριληφθούν και τα θύματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.

Συνεχίζοντας με τη λογική των 30.000 εξαφανισμένων, δεν υπάρχει καμία αυστηρή προσποίηση ακρίβειας με τον αριθμό των 30.400: πρόκειται για μια ιστορική πολιτική κατασκευή, η οποία συμφωνήθηκε από τις οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων επειδή τους επιτρέπει να μετρήσουν τη συστηματική φύση του κατασταλτικού μηχανισμού της πολιτικο-στρατιωτικής δικτατορίας και τη γεωγραφική ανάπτυξη όλων των μυστικών κέντρων κράτησης.

Είναι αδύνατο να καταμετρηθούν τα πτώματα όσων απήχθησαν, βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν από τις κρατικές δυνάμεις ασφαλείας μεταξύ 1976 και 1983, ακριβώς επειδή τα πτώματα αυτά εξαφανίστηκαν. Με την ίδια λογική, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ακριβώς πόσοι άνθρωποι από την κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ+ εξαφανίστηκαν.

Ο αριθμός των 400 θυμάτων προέρχεται από τη μαρτυρία του ραβίνου Marshall Meyer, ενός από τα 13 μέλη της Εθνικής Επιτροπής για τους Εξαφανισμένους (CONADEP). Παρόλο που η τελική έκθεση της Επιτροπής, η οποία έγινε γνωστή με τον τίτλο Nunca Más [Ποτέ ξανά], δεν περιλαμβάνει ποτέ τις λέξεις ομοφυλόφιλος, γκέι ή λεσβία, ήταν ο ίδιος ο ραβίνος που εντόπισε την παρουσία 400 ατόμων που ανήκαν στην κοινότητα LGBTQ+.

Ο Meyer ήταν φίλος του Carlos Jáuregui, ομοφυλόφιλου ακτιβιστή και πρώτου προέδρου της Επιτροπής Ομοφυλοφίλων της Αργεντινής (CHA), στον οποίο φέρεται να είπε ότι 400 άτομα είχαν υποστεί ιδιαίτερα σαδιστική και βίαιη μεταχείριση σε παράνομα κέντρα κράτησης λόγω του σεξουαλικού τους προσανατολισμού.

Η πληροφορία αυτή δεν συμπεριλήφθηκε στην τελική έκθεση μετά από επιμονή της Μόνιμης Συνέλευσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (APDH), η οποία ανήκει στην Καθολική Εκκλησία. Ωστόσο, ξεπεράστηκε μέσω της μαχητικότητας και της επιμονής: ο Jáuregui διέδωσε τον αριθμό στο βιβλίο του La homosexualidad en la Argentina [Η ομοφυλοφιλία στην Αργεντινή], που εκδόθηκε το 1987, και η LGBTQ+ κοινότητα τον κράτησε ως ορίζοντα αγώνα.

Ο αριθμός αντανακλά, όπως και οι 30.000, το σύμβολο της τραγωδίας: θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος. Επειδή ήταν μια μυστική σφαγή, τα σώματα χάθηκαν, εξαφανίστηκαν», δήλωσε ο Alejandro Modarelli, συν-συγγραφέας με τον Flavio Rapisardi του Baños, fiestas y exilios [Μπάνια, γιορτές και εξορίες], μιας έρευνας αναφοράς για την δραστηριότητα της LGBTQ+ κοινότητας κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.

Είναι ο Rapisardi που επισήμανε ότι «υπήρξε συστηματική δίωξη» της LGBTQ+ κοινότητας. «Πριν από το 1974, η παρουσία των γκέι, των λεσβιών και των τρανσέξουαλ στους δρόμους ήταν αναγνωρίσιμη». Μόλις έγινε ορατή η παρουσία των ατόμων της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας μεταξύ των εξαφανισθέντων, το επόμενο βήμα οδήγησε σε αναθεωρήσεις σχετικά με την πολιτική θέση που έπρεπε να ληφθεί γύρω από τον αριθμό των 30.400.

Πέρα από την αδυναμία προσδιορισμού του σεξουαλικού προσανατολισμού όλων των ανθρώπων που εξαφανίστηκαν, ο αριθμός που εξέφρασε ο Marshall Meyer (400 άτομα) περιλαμβάνεται στην τροχιά των 30.000. Αν και η πραγματικότητα των τρανσέξουαλ και των τραβεστί ήταν διαφορετική, οι μαρτυρίες στη δίκη δεν τεκμηρίωσαν ότι το κίνητρο για την απαγωγή των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων ήταν ο σεξουαλικός τους προσανατολισμός.

Ήταν μέλη περονιστικών και αριστερών πολιτικών οργανώσεων. Πολλοί από τους εξαφανισθέντες έπρεπε μάλιστα να κρύψουν την ομοφυλοφιλία τους, επειδή τα επαναστατικά κινήματα ήταν χώροι που διέπονταν από ερμητικούς ετεροφυλόφιλους κανόνες, όπως αποκαλύπτει ένα από τα συνθήματα που φώναζαν πριν από το 1976: «Δεν είμαστε πόρνες, δεν είμαστε κοκαϊνομανείς, είμαστε στρατιώτες του FAR και των Montoneros».

«Αυτός ο αριθμός μάλλον χρησίμευε ως πολιτική στρατηγική για να γίνει ορατό ότι υπήρχαν άνθρωποι ιδιαίτερα ευάλωτοι λόγω της σεξουαλικότητάς τους», δήλωσε ο δημοσιογράφος Matías Máximo.

«Για μένα, το να μιλάμε για 30.400 σημαίνει ότι απομακρυνόμαστε από έναν συναινετικό αριθμό. Το να συνεχίσουμε να διεκδικούμε από κοινού τη δύναμη των 30.000 μου φαίνεται ότι σήμερα, 40 χρόνια μετά την επιστροφή της δημοκρατίας, είναι το πιο ενδιαφέρον πολιτικά πράγμα που μπορούμε να κάνουμε», σημείωσε.

Στο ίδιο πνεύμα, ο Alejandro Modarelli δήλωσε: «Δεν με πείθει η προσθήκη των 400 στον αριθμό των 30.000, διότι σε μια εποχή που η ακροδεξιά προσπαθεί να απονομιμοποιήσει τον αγώνα των οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα επιτιθέμενη σε έναν αριθμό που είναι αδύνατο να υπολογιστεί με ακρίβεια, λόγω των χαρακτηριστικών της εξόντωσης, ίσως προκαλούμε άλλους λόγους για να θερίσουμε τον αρνητισμό. Προτιμώ να συνεχίσω με τις 30.000 ως σημαία της διεκδίκησης».

«Δεν νομίζω ότι υπήρξε μια προμελετημένη δίωξη που στρεφόταν κατά του ΛΟΑΤΚΙ+ πληθυσμού, αλλά μάλλον ότι η κατάστασή μας αύξησε το μίσος και, μας έκανε λιγότερο ανθρώπους ενόψει της γενοκτονίας», υποστήριξε ο Alejandro Modarelli.

«Το Nunca Más δεν ασχολήθηκε με την αφήγηση των συνθηκών υπό τις οποίες οι ΛΟΑΤΚΙ+ υπέστησαν ιδιαίτερη σκληρότητα επειδή ήταν, ακριβώς, σεξουαλικά διαφορετικοί υπό μια δικτατορία που τους επέλεξε και ως αποδιοπομπαίους τράγους. Αν δεν πέθαιναν, τα βασανιστήρια πολλαπλασιάζονταν», πρόσθεσε.

Στην 40ή επέτειο της δημοκρατίας, η οποία συνεπαγόταν, εκτός από την εκλογή ηγετών για την εκτελεστική και νομοθετική ηγεσία, μια σειρά συνταγματικών εγγυήσεων, η μαρτυρία της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας αναδείκνυε τη συνέχεια των κατασταλτικών πρακτικών που εκθέτουν τα θολά όρια μεταξύ του τέλους της δικτατορίας και των μετέπειτα δημοκρατικών κυβερνήσεων.

Σε ρητορικό επίπεδο, από το 1983 η ετεροκανονική κανονικότητα εκφράστηκε στο ίδιο το υπουργικό συμβούλιο του Raúl Alfonsín. Ο υπουργός Εσωτερικών Antonio Tróccoli θεωρούσε ότι η ομοφυλοφιλία «πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ασθένεια».

Σε συνέντευξη που παραχώρησε το 1984 στον Enrique Syms για το περιοδικό El Porteño, διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε καμία δίωξη της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και υπερασπίστηκε τις εφόδους σε γκέι μπαρ και νυχτερινά κέντρα με το επιχείρημα ότι «αν η αστυνομία έδρασε είναι επειδή υπήρχαν συμπεριφορές που έθεταν δημοσίως σε κίνδυνο τους κανόνες του παιχνιδιού μιας κοινωνίας που θέλει να διαφυλαχθεί από εκδηλώσεις τέτοιου είδους».

Μετά το τέλος της δικτατορίας, υπήρχαν τουλάχιστον δύο διατάγματα που μπορούσαν να εφαρμοστούν άμεσα από την αστυνομία και συνεπάγονταν κράτηση χωρίς να χρειάζεται να περάσουν από το δικαστικό σύστημα: «ενδυμασία αντίθετη με το φύλο» και «υποκίνηση σε σαρκική επαφή».

Οι ίδιοι οι αστυνομικοί, με τα κριτήρια που κατασκεύαζε η ετεροκανονικότητα της εποχής και με την πρόσθετη αυθαιρεσία της άσκησης της δικαιοσύνης, όριζαν από μόνοι τους τι σήμαινε να ντύνεται κανείς ως προς το αντίθετο φύλο και τι σήμαινε η υποκίνηση σε σαρκική επαφή. Τα διατάγματα καταργήθηκαν το 1998 στην πόλη του Μπουένος Άιρες, ενώ συνεχίστηκαν μέχρι τον 21ο αιώνα σε ορισμένες επαρχίες.

«Αν αναλύσει κανείς τις δίκες για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, δεν περιλαμβάνεται η προοπτική των ειδικών κρατήσεων, προστιθέμενη στις δικαστικές αποφάσεις που εισάγουν έντονες διακρίσεις απέναντι στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, τα οποία αγωνίζονται για την επιμέλεια των παιδιών ή για άλλα ζητήματα. Είναι σαφές ότι το δικαστικό σύστημα θα πρέπει να επικαιροποιηθεί όχι μόνο από την άποψη του φεμινισμού και του φύλου αλλά και από την άποψη της διαφορετικότητας», σημείωσε ο Flavio Rapisardi.

«Σήμερα ο ΛΟΑΤΚΙ+ ακτιβισμός ερευνά εκείνες τις εξαφανίσεις ή τους θανάτους που αγνοήθηκαν τότε. Πρόκειται για μια αναγκαία προσπάθεια. Ένα Ποτέ ξανά που μας περιέχει», δήλωσε ο Alejandro Modarelli. Γιατί για να μην εφαρμοστούν ξανά οι διώξεις και η συστηματική βία, πρέπει να είναι ένα Ποτέ ξανά για όλους.

[i] Στις δίκες του 1985, δεν δικάστηκαν μόνο οι υπεύθυνοι της δικτατορίας, αλλά και οι ηγέτες των αντάρτικων οργανώσεων των Montoneros και του Λαϊκού Επαναστατικού Στρατού (Ejército Revolucionario del Pueblo, ERP). Στην ίδια λογική, στην Αργεντινή, δεν απελευθερώθηκαν οι πολιτικοί κρατούμενοι – παρά μόνο το 1986 – ούτε άρθηκαν τα εμπόδια για την επιστροφή των πολιτικών εξόριστων, καθώς εκκρεμούσαν εναντίον τους κατηγορίες για τρομοκρατία.

[ii] Η CONADEP συστάθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1983, μόλις πέντε μέρες μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Αλφονσίν. Ολοκλήρωσε το έργο της 9 μήνες μετά και παρέδωσε την έκθεσή της υπό τον τίτλο «Ποτέ ξανά» στην Casa Rosada, στο Προεδρικό Μέγαρο, συνοδευόμενη από 70.000 πολίτες. Η έκθεση των 50.000 σελίδων στοιχειοθετούσε την εξαφάνιση 8.960 πολιτών – αν και οι οργανώσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπολογίζουν τις εξαφανίσεις γύρω στις 30.000 – και την ύπαρξη 340 κέντρων παράνομης κράτησης σε όλη τη χώρα. Η λεπτομερής στοιχειοθέτηση των εξαφανίσεων καταδείκνυε το γεγονός πως επρόκειτο για ένα κρατικό συστηματικό και μεθοδικό υπόγειο σύστημα απαγωγής, παράνομης κράτησης, βασανισμού και εξόντωσης των αντιφρονούντων έξω από οποιαδήποτε νομιμότητα, έστω και προσχηματική. Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιοποιήθηκαν σε έναν τόμο υπό τον τίτλο «Ποτέ ξανά» στις 30 Νοεμβρίου 1984. Η πρώτη του έκδοση, σε 40.000 αντίτυπα, εξαντλήθηκε μέσα στις πρώτες 48 ώρες, ενώ στη συνέχεια μεταφράστηκε σε 25 γλώσσες. Με το πέρασμα του χρόνου αποτέλεσε το διεθνές έμβλημα του αγώνα για την αλήθεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Με πληροφορίες από το ámbito και την el País

πηγή: pass-world.gr

 

Print Friendly, PDF & Email