Αρχίζει νέα εποχή λιτότητας με πολύ αυστηρή επιτήρηση

Μια νέα περίοδος στενού δημοσιονομικού μαρκαρίσματος από τις Βρυξέλλες, που θα θυμίζει αρκετά παλαιότερες, πιο δύσκολες εποχές, αρχίζει από το καλοκαίρι, καθώς για πρώτη φορά θα αρχίσει να εφαρμόζεται το αναθεωρημένο Σύμφωνο Σταθερότητας, που αναμένεται να λάβει την τελική έγκριση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον επόμενο μήνα.

Η κυβέρνηση έχει επίγνωση των δυσκολιών που θα συναντήσει, παρότι μέχρι τώρα λάβει επαίνους από τις Βρυξέλλες για τη δημοσιονομική της πολιτική και ο προϋπολογισμός βρίσκεται σε τροχιά για την επίτευξη του μακροπρόθεσμου στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα τουλάχιστον 2% του ΑΕΠ. Ο πρωθυπουργός ξεκαθάρισε σήμερα ότι δεν θα δοθεί εκ νέου το ειδικό βοήθημα για το Πάσχα, το οποίο θα προκαλούσε νέα επιβάρυνση στον προϋπολογισμό και εστίασε στη βελτίωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών μέσω της αύξησης του κατώτατου μισθού, η οποία δεν έχει κόστος για τον προϋπολογισμό.

Το βασικό μήνυμα από αυτή την τοποθέτηση του πρωθυπουργού, που έχει εφαρμογή ευρύτερα στην οικονομική πολιτική, πέραν του βοηθήματος για το Πάσχα, είναι ότι φθάσαμε πλέον στο τέλος της περιόδου των πάσης φύσεως έκτακτων επιδομάτων, βοηθημάτων και φοροαπαλλαγών, που χορηγήθηκαν σε μεγάλες δόσεις πρώτα για την αναχαίτιση της κρίσης της πανδημίας και, ακολούθως, για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης και των συνεπειών του υψηλού πληθωρισμού.

Πλέον, κάθε ευρώ θα μετριέται με προσοχή από το υπουργείο Οικονομικών, καθώς επανέρχονται σε ισχύ οι δημοσιονομικοί κανόνες, έστω και αναθεωρημένοι, και η χώρα θα βρεθεί μπροστά σε μια αρκετά αυστηρή επιτήρηση από τις Βρυξέλλες, ενώ θα κληθεί να υλοποιήσει πρόσθετη δημοσιονομική προσαρμογή τα επόμενα χρόνια.

Στο τέλος του καλοκαιριού, το υπ. Οικονομικών θα πρέπει να έχει ετοιμάσει το νέο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα, το οποίο θα πρέπει να εγκρίνει η Κομισιόν και με βάση αυτό να καταρτισθεί ο προϋπολογισμός για το 2025. Σύμφωνα με τους νέους κανόνες,

Η Ελλάδα θα βρεθεί, μαζί με αρκετές ακόμη χώρες, σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, καθώς το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας προβλέπει ότι ακόμη και χώρες που δεν έχουν υπερβολικό έλλειμμα, πάνω από το 3% του ΑΕΠ, θα υπάγονται σε αυτό το καθεστώς επιτήρησης, εάν έχουν υπερβολικό χρέος. Το καθεστώς υπερβολικού ελλείμματος συνεπάγεται αυστηρό έλεγχο από την Κομισιόν στην εφαρμογή του προγράμματος που θα συμφωνηθεί, αλλά και υψηλότερους ετήσιους στόχους για τη μείωση των ελλειμμάτων. Ευνοϊκό στοιχείο των νέων κανόνων για την Ελλάδα είναι ότι μπορεί από τους υπολογισμούς για το έλλειμμα να εξαιρούνται οι αυξήσεις στις αμυντικές δαπάνες, «όπου χρειάζεται», όπως αναφέρουν οι νέοι κανόνες (δηλαδή, η Κομισιόν θα κρίνει τελικά πόσες από αυτές τις δαπάνες δεν θα υπολογίζονται).
Οι νέοι κανόνες περιλαμβάνουν και έναν γερμανικής έμπνευσης νέο κανόνα για τη «διασφάλιση της ανθεκτικότητας», σύμφωνα με τον οποίο στο τέλος της περιόδου προσαρμογής των κρατών που θα συμφωνηθεί με την Κομισιόν (τα προγράμματα μπορεί να είναι τετραετή ή, υπό όρους, επταετή) θα πρέπει το κράτος μέλος να έχει δημιουργήσει ένα περιθώριο ασφάλειας 1,5% στο έλλειμμα, δηλαδή να μην ξεπερνά το 1,5%, ώστε να υπάρχει μια σημαντική απόσταση από το όριο του 3%. Αυτός ο κανόνας, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Ινστιτούτου Bruegel, θα έχει υπολογίσιμη επίδραση στην οικονομική πολιτική της Ελλάδας. Θα χρειασθεί, ειδικότερα, μια πρόσθετη δημοσιονομική προσαρμογή σχεδόν κατά 0,3% του ΑΕΠ ετησίως. Το ποσοστό φαίνεται μικρό και είναι σίγουρα μικρότερο από την υπολογιζόμενη πρόσθετη δημοσιονομική προσαρμογή άλλων χωρών (στην Ιταλία π.χ. θα χρειασθεί πρόσθετη προσαρμογή 1,15% του ΑΕΠ). Ωστόσο, είναι αρκετά μεγάλο για τα δεδομένα της Ελλάδας, αν συνυπολογισθεί ότι ήδη η χώρα θα έχει σημείο εκκίνησης μια πολύ σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή που θα έχει συντελεσθεί για να φθάσουμε σε πρωτογενές πλεόνασμα άνω του 2% του ΑΕΠ. Σε τέτοιες συνθήκες, ακόμη και μια μικρή πρόσθετη προσαρμογή δεν θα είναι εύκολη υπόθεση.
Όπως αναφέρουν αναλυτές, η χάραξη της δημοσιονομικής πολιτικής τα επόμενα χρόνια δυσκολεύει και εξαιτίας της αναμενόμενης κάμψης του πληθωρισμού, ο οποίος τα προηγούμενα χρόνια είχε «φουσκώσει» τα φορολογικά έσοδα του Δημοσίου, δημιουργώντας περισσότερα περιθώρια διαχειριστικής ελευθερίας. Ο μόνος παράγοντας που σίγουρα θα διευκολύνει τους χειρισμούς του οικονομικού επιτελείου θα είναι οι εισροές κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης, που αναμένεται να συμβάλλουν στη διατήρηση αρκετά ικανοποιητικών ρυθμών ανάπτυξης, τουλάχιστον έως και το 2026.

Print Friendly, PDF & Email