Αντιστράτηγος Δημήτριος Μπονώρας: Αφγανιστάν το τέλος ενός πολέμου
γράφει στο peripteron.eu ο Αντιστράτηγος (ε.α) Δημήτριος Μπονώρας, Επίτιμος Υπαρχηγός ΓΕΣ, Πρώην Γενικός Επιθεωρητής Στρατού, ΜΑ στις «Ευρωπαϊκές και Διεθνείς Σπουδές» του ΕΚΠΑ.
Τις τελευταίες ημέρες γίνεται μεγάλη δημόσια συζήτηση εάν ήταν σωστή η απόσυρση των δυνάμεων των ΗΠΑ και των Συμμάχων τους από το Αφγανιστάν, τερματίζοντας μια παρουσία 20 ετών.
Το να ξεκινήσει ένας πόλεμος ίσως είναι η πιο εύκολη φάση της πολεμικής διαδικασίας. Μάλιστα, ο ηγέτης που αποφασίζει να ξεκινήσει έναν πόλεμο εμφανίζεται ως αποτελεσματικός, ισχυρός, με αυτοπεποίθηση και πολύ ηγετικός. Το δύσκολο είναι να σταματήσεις τον πόλεμο (π.χ Βιετνάμ για τις ΗΠΑ, Μικρασιατική Εκστρατεία για την Ελλάδα)
Η χρήση της στρατιωτικής ισχύος φέρνει αποτελέσματα όταν ο σκοπός του πολέμου είναι συγκεκριμένος, όπως όταν αφορά στην καταστροφή μιας απειλής. Η στρατιωτική δύναμη έχει ως μοναδική αποστολή την καταστροφή της εχθρικής δύναμης.
Όταν ο σκοπός του πολέμου είναι ασαφής και γενικός όπως η ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών ή η δημιουργία ενός λειτουργικού κράτους κ.α., η στρατιωτική δύναμη δεν είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική. Συνέπεια αυτού είναι ο πόλεμος να «σέρνεται». Οι στρατιωτικές δυνάμεις «βαλτώνουν». Οι απώλειες συνεχίζονται. Ο σκοπός είναι θολός και συνεχώς ξεθωριάζει με αρνητική επίδραση στο ηθικό. Όταν ο ηγέτης διαπιστώσει τα παραπάνω πρέπει να πάρει την απόφαση να σταματήσει τον πόλεμο.
Η επιμονή στο να χρησιμοποιείται η στρατιωτική δύναμη για την υλοποίηση δράσεων που είναι έξω από την κύρια αποστολή της οδηγεί στην όλο και βαθύτερη εμπλοκή. Η βαθύτερη εμπλοκή σημαίνει αύξηση στη δέσμευση ανθρώπινων πόρων, χρημάτων και δυνατοτήτων. Όσο οι στόχοι δεν επιτυγχάνονται τόσο βαθύτερη γίνεται η εμπλοκή.
Οπότε, η κατάσταση φτάνει σ’ ένα σημείο που ο ηγέτης έχει το δίλημμα να συνεχίσει να δεσμεύει στρατιωτικές δυνάμεις, χρήματα και δυνατότητες χωρίς να έχει τη βεβαιότητα ότι θα πετύχει τους ξεθωριασμένους ή ασαφείς στόχους, ή να σταματήσει τον πόλεμο και να αποσύρει τις δυνάμεις. Το τελευταίο έχει ιδιαίτερο πολιτικό κόστος καθώς θα πρέπει να δικαιολογήσει το λόγο όλων των θυσιών που έγιναν. Στην επιστήμη των αποφάσεων το παραπάνω δίλημμα είναι γνωστό ως «η πλάνη του χαμένου κόστους» (The sunk-cost trap).
Στο σημείο αυτό έρχεται ο πραγματικός ηγέτης και αναγνωρίζοντας την «παγίδα», παίρνει την απόφαση της απεμπλοκής. Γνωρίζει ότι εάν δεν το κάνει θα συνεχισθούν οι θυσίες και η οικονομική αιμορραγία, και όσο περνά ο χρόνος τόσο πιο επώδυνη θα είναι η αποχώρηση.
Στη βάση αυτή, η απόφαση για την απόσυρση των δυνάμεων των ΗΠΑ και των Συμμάχων τους από το Αφγανιστάν ήταν πολιτικά ορθή καθώς τερμάτισε μια στρατιωτική επιχείρηση που είχε «βαλτώσει» και «σερνόταν». Η στρατιωτική παρουσία είχε χάσει τη δυναμική της, του στόχους και την αποτελεσματικότητα της.
Ο αρχικός σκοπός του πολέμου ήταν η καταστροφή της Al Qaeda. Ο στόχος αυτός επετεύχθη, αφού καταστράφηκαν οι επιχειρησιακές της δυνατότητες και εξουδετερώθηκε ο αρχηγός της. Στη συνέχεια, η αποστολή που είχε δοθεί στη στρατιωτική δύναμη ήταν αφηρημένη και γενική.
Η δημιουργία υποδομών, η ενίσχυση των θεσμών και η προώθηση της δημοκρατίας δεν είναι τομείς που στρατιωτική δύναμη είναι κατάλληλη.
Μπορεί ο στρατός να είναι ικανός να χτίζει γέφυρες αλλά αυτές είναι για να περνάνε τα τεθωρακισμένα και δεν μπορεί να αντικαταστήσει τους οργανισμούς που ειδικεύονται στα τεχνικά έργα. Μπορεί ο στρατός να έχει νοσοκομεία αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει τους οργανισμούς που ειδικεύονται στις υπηρεσίες υγείας. Μπορεί ο στρατός να έχει αποτελεσματική εσωτερική γραφειοκρατία και διαδικασίες αλλά δεν μπορεί να δημιουργήσει κρατικούς θεσμούς.
Το ερώτημα είναι εάν υπάρχουν θετικά στοιχεία από την 20χρονη παρουσία των στρατιωτικών δυνάμεων της Δύσης στο Αφγανιστάν.
Παρά τις τραγικές εικόνες που βλέπουμε στην τηλεόραση, τολμώ να πω ΝΑΙ.
Πρώτα από όλα καταστράφηκαν οι επιχειρησιακές δυνατότητες της Al Qaeda και η διεθνής τρομοκρατία είδε ότι η Διεθνής Κοινότητα έχει μηδενική ανοχή στην τρομοκρατία.
Το δεύτερο είναι ότι η νέα γενιά του Αφγανιστάν που τώρα είναι 20 χρονών έζησε μαζί με το στρατιωτικό προσωπικό των ΗΠΑ και των συμμάχων τους και εξοικειώθηκαν με το δυτικό τρόπο εργασίας, ζωής και ιδεών.
Τέλος είδαν τις γυναίκες να συμμετέχουν ισότιμα με τους άντρες σ’ όλες τις επιχειρήσεις και δράσεις στο Αφγανιστάν, δείχνοντας ότι ο σεβασμός και οι ευκαιρίες που πρέπει να τους δοθούν θα είναι προς όφελος της αφγανικής κοινωνίας.
Τώρα είναι στο χέρι της νέας γενιάς του Αφγανιστάν εάν θα προχωρήσει προς τα εμπρός ή θα γυρίσει πίσω. Όμως δεν θα υπάρχει καμία δικαιολογία ότι δεν γνώριζαν ποια κατεύθυνση πρέπει να ακολουθήσουν ως κοινωνία.








