Ακρίβεια, Κατώτατος Μισθός και η Ποιότητα της Εργασίας στην Ελλάδα
γράφει στο peripteron.eu ο Γιώργος Αργείτης, Επιστημονικός Διευθυντής ΙΝΕ ΓΣΕΕ
Την τελευταία δεκαετία οι Έλληνες εργαζόμενοι έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με εξελίξεις που έχουν συμπιέσει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, την ποιότητα εργασίας και το βιοτικό τους επίπεδο. Ο κατακερματισμός της αγοράς εργασίας και η υποβάθμιση της ποιότητας της εργασίας στην Ελλάδα έχουν πάρει πλέον επικίνδυνες διαστάσεις, και, συνεπώς, η αντιστροφή της σημερινής κατάστασης είναι ένας βασικός όρος για τη διατηρησιμότητα της οικονομικής και κοινωνικής σταθερότητας.
Στην τρέχουσα περίοδο, οι επιπτώσεις της πανδημικής κρίσης σε συνδυασμό με το κύμα ανατιμήσεων δημιουργούν νέες συνθήκες περαιτέρω επιδείνωσης βασικών κοινωνικών δεικτών. Από τα μέσα του 2021 σημειώνεται μια σωρευτική πληθωριστική εξέλιξη στις τρεις κύριες κατηγορίες δαπανών των ελληνικών νοικοκυριών, στα είδη διατροφής και μη αλκοολούχων ποτών, στη στέγαση που περιλαμβάνει τις δαπάνες για ηλεκτρισμό και θέρμανση της κατοικίας και στις μεταφορές. Η επίδραση της πληθωριστικής αυτής εξέλιξης στην αγοραστική δύναμη των εργαζομένων είναι αξιοσημείωτη. Τον Δεκέμβριο του 2021, η απώλεια, σε ετήσια βάση, της αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού έφτασε στο 10,4%, ενώ του μέσου μισθού των μισθωτών μερικής απασχόλησης στο 13,7%. Το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο θα επιδεινωθεί από το κύμα των αυξήσεων που σημειώνεται στην διάρκεια του Ιανουαρίου, έχει υποβαθμίσει το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων και ειδικά των πιο ευάλωτων ομάδων, θέτοντας πολλές οικογένειες σε κίνδυνο υλικής αποστέρησης.
Μια ουσιαστική αύξηση του κατώτατου μισθού θα μπορούσε να ωφελήσει ως ένα ιδιαίτερα πολύτιμο εργαλείο αντιμετώπισης των συνθηκών αυτών. Ο πρωταρχικός στόχος του κατώτατου μισθού είναι να διασφαλίζει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για τον εργαζόμενο και την οικογένειά του. Και αυτό μπορεί να συμβεί με την προσαρμογή του κατώτατου μισθού στο ύψος του μισθού αξιοπρεπούς διαβίωσης που, σύμφωνα με τις σχετικές θεωρητικές και εμπειρικές μελέτες, αντιστοιχεί στο 60% του διάμεσου μισθού της πλήρους απασχόλησης. Είναι όμως σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι ακόμη και ένα τέτοιο ύψος κατώτατου μισθού, εκφρασμένο σε ευρώ ίδιας αγοραστικής δύναμης, θα έφερνε το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων στην Ελλάδα στην πέμπτη χαμηλότερη θέση στην ΕΕ. Τα ευρήματα αυτά αποκαλύπτουν πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος φτώχειας που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στην χώρα μας.
Την ίδια στιγμή η Ελλάδα καταγράφει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης. Το γ ́ τρίμηνο του 2021 το ποσοστό απασχόλησης μεταξύ των ατόμων ηλικίας 15-64 ετών στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 60,1%. Το ποσοστό αυτό υπολείπεται σημαντικά έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης και της ΕΕ κατά 8,8 και 9,2 ποσοστιαίες μονάδες, αντίστοιχα. Σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα διατηρείται στη χώρα μας και το ποσοστό της μακροχρόνιας ανεργίας, το οποίο το γ ́ τρίμηνο διαμορφώθηκε στο 67,1%, 3,9 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα έναντι του αντίστοιχου τριμήνου του 2020 και 6,6 χαμηλότερα έναντι του γ ́ τριμήνου του 2019. Το πρόβλημα της μακροχρόνιας ανεργίας εντοπίζεται κυρίως στις γυναίκες, με το ποσοστό εκείνων που είναι μακροχρόνια άνεργες να διαμορφώνεται το γ ́ τρίμηνο του 2021 στο 69,2%, έναντι 64,3% στους άνδρες.
Η Ελλάδα έχει επίσης τη χειρότερη επίδοση ως προς την ποιότητα της απασχόλησης στην ΕΕ και ταυτόχρονα το υψηλότερο ποσοστό υποβάθμισης της εργασίας σε σχέση με το 2010. Ο δείκτης ποιότητας της απασχόλησης της Συνομοσπονδίας των Ευρωπαϊκών Εργατικών Συνδικάτων, που ενσωματώνει βασικούς δείκτες/στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ, εμφανίζει την Ελλάδα το 2019 στην τελευταία θέση ανάμεσα στα κράτη-μέλη της ΕΕ.
Επιπλέον, η χώρα μας ήταν το μόνο κράτος-μέλος που παρουσίασε τόσο μεγάλη πτώση στον δείκτη ποιότητας της απασχόλησης. Μεταξύ 2010 και 2019 ο δείκτης μειώθηκε κατά 11,4%, ενώ στην Πορτογαλία κατά 3,2% και στην Κύπρο κατά 1,9%. Σε όλα τα υπόλοιπα κράτη-μέλη υπήρξε βελτίωση.
Ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η ποιότητα της απασχόλησης είναι τόσο χαμηλή στην Ελλάδα σχετίζεται με τον εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας. Η διάρκεια της τυπικής εβδομαδιαίας εργασίας είναι η υψηλότερη στην ΕΕ και η τρίτη υψηλότερη αν συνυπολογίσουμε την Τουρκία, το Μαυροβούνιο, τη Σερβία και τη Βόρεια Μακεδονία. Παράλληλα, η Ελλάδα έχει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό απασχολουμένων που εργάζονται με παρατεταμένο ωράριο, δηλαδή από 49 ώρες και άνω, μετά την Τουρκία, και το υψηλότερο ποσοστό μισθωτών στην ΕΕ που εργάζονται Σάββατο και Κυριακή. Η διευρυμένη χρήση υπερεργασίας φέρνει την αγορά εργασίας της Ελλάδας πιο κοντά στο πρότυπο των βαλκανικών χωρών, αναδεικνύοντας το αναπτυξιακό και κοινωνικό χάσμα της με τις χώρες της Ευρωζώνης.
Ολοκληρώνοντας, η κρίση χρέους, η κληρονομιά της λιτότητας, η πανδημική κρίση και πλέον η ακρίβεια έχουν υποβαθμίσει το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων στην Ελλάδα. Η αγορά εργασίας αντιμετωπίζει μια άνευ προηγουμένου κρίση σε ώρες απασχόλησης, εισοδήματα και επίπεδα επισφάλειας και αβεβαιότητας. Η κρίση είχε ιδιαίτερα καταστροφικές επιπτώσεις σε πολλές ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες. Οι νέοι, οι γυναίκες, οι χαμηλόμισθοι και οι χαμηλά ειδικευμένοι εργαζόμενοι έχουν λιγότερες δυνατότητες να επιτύχουν γρήγορη ενσωμάτωση στην αγορά εργασίας μετά
την πανδημία και ο κίνδυνος μακροχρόνιου αποκλεισμού τους είναι υψηλός.
Χρειάζεται αποτελεσματικός σχεδιασμός στοχευμένων στρατηγικών προστασίας των ευάλωτων ομάδων. Ο κατακερματισμός της αγοράς εργασίας είναι πλέον δομικό αναπτυξιακό και κοινωνικό πρόβλημα. Δεδομένου του διαβρωτικού αντίκτυπου που έχει η υποβάθμιση της εργασίας και του βιοτικού επιπέδου, οι μισθολογικές ανισότητες και η συρρίκνωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων στον κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό και δημοκρατικό ιστό της χώρας μας, οι παρεμβάσεις ενίσχυσης της συνοχής της αγοράς εργασίας και της αξιοπρεπούς εργασίας και ευημερίας πρέπει να έχουν εξίσου δομικό χαρακτήρα. Τα επόμενα χρόνια στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής πρέπει να βρίσκεται η βιώσιμη ανάκαμψη της οικονομίας. Η προστασία της εργασίας, η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, η ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, ο κατώτατος μισθός αξιοπρεπούς διαβίωσης και ο περιορισμός κάθε νέας μορφής κοινωνικού αποκλεισμού είναι θεμελιακές συνθήκες για τη μετάβαση της χώρας σε ένα νέο υπόδειγμα βιώσιμης, δίκαιης και ανθρωποκεντρικής ανάπτυξης.








