Αγώνας για μία ανεξάρτητη «Φωνή της Ουγγαρίας»

Aνεξάρτητη δημοσιογραφία; Δυσκολη υπόθεση στην Ουγγαρία του Όρμπαν. Μία συγκινητική μαρτυρία από τη Κορνέλια Κις, συνιδρύτρια της εφημερίδας Magyar Hang.

Ήταν Μάιος του 2018. Ο Βίκτορ Όρμπαν και το κυβερνών κόμμα Fidesz είχαν εξασφαλίσει μία ακόμη νίκη στις βουλευτικές εκλογές, συγκεντρώνοντας τα δύο τρίτα των εδρών στο Κοινοβούλιο. Με τον αρχισυντάκτη μας, τον Γκιόργκι Τσόμπορ, καθόμαστε σε μία διάβαση πεζών στη Βουδαπέστη και προσπαθούσαμε όλη μέρα να πουλήσουμε τη νέα μας εφημερίδα, την Magyar Hang. Εξηγούσαμε στους περαστικούς ότι η εφημερίδα στην οποία εργαζόμαστε προηγουμένως, η Magyar Nemzet, είχε κλείσει και ότι η απόφαση να κλείσει είχε πολιτικό υπόβαθρο.

Γι αυτό εμείς, η συντακτική ομάδα, αποφασίσαμε να ιδρύσουμε μία νέα εφημερίδα. Magyar Hang σημαίνει «Φωνή της Ουγγαρίας». Πρόκειται για μία νέα, ανεξάρτητη εβδομαδιαία εφημερίδα, που ζει αποκλειστικά από τις πωλήσεις. Στην Ουγγαρία κανείς δεν θέλει να τυπώσει την εφημερίδα μας, γιατί όλοι φοβούνται. Έτσι, αναγκαζόμαστε να τυπώσουμε στη Σλοβακία, με το κόστος να ανέρχεται στα 1.000 ευρώ εβδομαδιαίως. Θα πληρωθούμε κάποτε κι εμείς οι δημοσιογράφοι; Όταν ξεκινήσαμε, κανείς μας δεν μπορούσε να δώσει μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα.

Η …σακούλα του αρχισυντάκτη

Στο τέλος εκείνης της ημέρας είμαστε κουρασμένοι, αν όχι εξαντλημένοι. Ο Γκιόργκι Τσόμπορ, 36 χρονών τότε, κουβαλούσε μία μπλε τσάντα του ΙΚΕΑ, η οποία περιείχε εφημερίδες που δεν είχαν πουληθεί, αιτήσεις για συνδρομές, τα έσοδα της ημέρας, αντιηλιακό κι ένα ψάθινο καπέλο. Καθόμαστε στη διάβαση και περιμέναμε να περάσουμε απέναντι. «Και σκέψου, αυτά είναι τα καλύτερα μας χρόνια…» είπε ξαφνικά ο Γκιόργκι, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια άλλη παρατήρηση.

Ήταν σαν να επισφράγιζε το βιογραφικό μας με μία πρόταση, με νηφαλιότητα, χωρίς πικρία. Απλώς ατένιζε τον ορίζοντα. Ίσως να έβλεπε έναν άλλο κόσμο, που δεν θα γινόταν ποτέ ο δικός μας κόσμος, έναν κόσμο στον οποίο ο αρχισυντάκτης δεν χρειάζεται να κουβαλάει το γραφείο του σε μία τσάντα του ΙΚΕΑ, έναν κόσμο στον οποίο κανείς δεν ξοδεύει τα πιο όμορφα, τα πιο δημιουργικά του χρόνια στην προσπάθεια να αρχίσει και πάλι από την αρχή, όπως έκαναν τόσοι και τόσοι πριν από μας στην Ουγγαρία.

Έξι χρόνια αργότερα…

Έκτοτε η εφημερίδα μας έχει διαψεύσει όλες τις απαισιόδοξες προβλέψεις. Κλείνουμε ήδη έξι χρόνια κυκλοφορίας και παίρνουμε έναν υποτυπώδη μισθό ή τέλος πάντων δεν είναι αυτό το μεγαλύτερο παράπονό μας. Σήμερα η Magyar Hang πουλάει 12.000 φύλλα και είναι η δεύτερη σε κυκλοφορία εφημερίδα της χώρας. Πωλείται στα περίπτερα και σε σούπερ-μάρκετ, αλλά κατά κύριο λόγο σε εκείνα που ανήκουν σε ξένες αλυσίδες. Τα σούπερ-μάρκετ ουγγρικής ιδιοκτησίας δεν διαθέτουν την εφημερίδα μας, παρά μόνο σε ελάχιστα υποκαταστήματα. Δεν γνωρίζουμε γιατί συμβαίνει αυτό.

Τέτοιες εμπειρίες έχουμε κάνει πολλές. Στο πιο σημαντικό κυβερνητικό μπρίφινγκ, που γίνεται συνήθως κάθε Πέμπτη, η Magyar Hang δεν καλείται, με την αιτιολογία ότι η δεύτερη σε κυκλοφορία εφημερίδα της χώρας δεν διαθέτει αρκετούς αναγνώστες. Το καλοκαίρι του 2018 είχαμε ένα διαφημιστικό περίπτερο στη λίμνη Μπάλατον, στη διάρκεια ενός καλλιτεχνικού φεστιβάλ και το κοινό ενθουσιάστηκε. Καταφέραμε να κερδίσουμε πολλούς αναγνώστες. Αλλά την επόμενη χρονιά μας ειδοποίησαν ότι δεν επιτρέπεται να δώσουμε το παρών, έτσι, χωρίς συγκεκριμένη αιτιολογία. Πρόκειται για ένα φεστιβάλ που επιδοτείται από το κράτος.

Τα «ΜΜΕ του δολαρίου»

Τα έχουμε συνηθίσει πλέον αυτά. Να μην υπάρχει για μας χώρος στο φεστιβάλ, ούτε καν δύο επί δύο μέτρα, παρότι υπάρχει διαθέσιμος χώρος. Να μην περισσεύει ούτε μία καρέκλα στη συνέντευξη τύπου, παρότι υπάρχουν καρέκλες. Να μην παίρνουμε ούτε μία διαφήμιση από τους πελάτες που φοβούνται μήπως εκτεθούν πολιτικά. Να μην θέλει συνδρομή ακόμη κι εκείνος που θα ήθελε συνδρομή, αλλά φοβάται μήπως ο δήμαρχος δει τον ταχυδρόμο να φέρνει την εφημερίδα στο σπίτι. Να υπάρχουν γραφεία τύπου, τα οποία μόνο κατ’ εξαίρεση απαντούν σε ερωτήματα των δημοσιογράφων.

Κάπως έτσι είναι και η αγορά των ΜΜΕ. Υπάρχει, αλλά και δεν υπάρχει. Το κράτος χρηματοδοτεί με γενναιοδωρία τα φιλικά προσκείμενα ΜΜΕ με κρατική διαφήμιση. Τα υπόλοιπα πρέπει να επιβιώσουν στον ανταγωνισμό της αγοράς. Αν τυχόν κερδίσουν λίγα χρήματα σε έναν διεθνή διαγωνισμό για να αγοράσουν τρεις κάμερες, ο επικοινωνιακός στρατός της κυβέρνησης τα στιγματίζει ως «μέσα που χρηματοδοτούνται από το εξωτερικό» ή ακόμη και ως τα «ΜΜΕ του δολαρίου». Το «δολάριο» είναι η νέα επινόηση στο υβρεολόγιο της εποχής Όρμπαν και απειλεί όλους, όσους ασκούν κριτική στο σύστημα. Θεωρούνται μισθοφόροι, απάτριδες και ασυνείδητοι, που πληρώνονται από το εξωτερικό. Υπάρχουν «ακτιβιστές του δολαρίου», «αντιπολίτευση του δολαρίου» και βέβαια «ΜΜΕ του δολαρίου».

«Η εθνική κυριαρχία της Ουγγαρίας»

Τον τελευταίο καιρό πολλοί γνωστοί στο εξωτερικό με ρωτούν τί είναι αυτή η «Υπηρεσία για την Προστασία της Εθνικής Κυριαρχίας» στην Ουγγαρία, που ιδρύθηκε πρόσφατα. Σκοπός της είναι να εξετάσει την «ξένη επιρροή» που ενδεχομένως ασκείται στα ΜΜΕ (και όχι μόνο) και να διαπιστώσει, εάν παραβιάζεται η «εθνική κυριαρχία της Ουγγαρίας». Ήδη έχει ξεκινήσει έρευνα σε ένα από τα πιο σημαντικά πόρταλ ερευνητικής δημοσιογραφίας, το Atlatszo. Ως νομικός γνωρίζω ότι σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο η Υπηρεσία δεν μπορεί να επιβάλει κυρώσεις. Προς τί λοιπόν η αναστάτωση; Διότι η εμπειρία μου ως δημοσιογράφος δείχνει ότι η κυβέρνηση μπορεί να ερμηνεύει με δημιουργικό πνεύμα το νομικό και θεσμικό πλαίσιο, προκειμένου να ασκήσει πολιτική ισχύος. Ακόμη και το Σύνταγμα της χώρας πρόκειται να αναθεωρηθεί σύντομα, για δέκατη τρίτη φορά από το 2010.

Ασφαλώς η Ουγγαρία δεν είναι Ρωσία, όπου δημοσιογράφοι συλλαμβάνονται και έντυπα απλώς απαγορεύονται. Αλλά δεν μπορώ να προβλέψω που θα φτάσει η ουγγρική κυβέρνηση. Περιμένουμε ότι κάτι θα γίνει. Αλλά ταυτόχρονα δεν περιμένουμε και τίποτα. Γιατί σε τελική ανάλυση ο στόχος μας, όταν ιδρύσαμε την εφημερίδα μας, ήταν να μην ζούμε μέσα στον φόβο, να μην κάνουμε αναξιοπρεπείς συμβιβασμούς από φόβο. Χαράξαμε τα δικά μας σύνορα στο δικό μας, ταπεινό βασίλειο. Ελευθεροτυπία σε στενό κύκλο.

Η άνοιξη του 2024 δεν είχε τόση ηλιοφάνεια, όσο εκείνη του 2018. Αλλά ο ήλιος προβάλλει και πάλι τον τελευταίο καιρό. Κάποια στιγμή οι συνάδελφοί μου, άνδρες και γυναίκες, άρχισαν να γελάνε δυνατά. Δεν ξέρω γιατί, εγώ έκανα καφέ στην κουζίνα. Υπάρχουν και τα ευχάριστα στην Ανατολική Ευρώπη. Για παράδειγμα το ότι κάθε καινούρια γενιά μπορεί έχει τη δική της ξεχωριστή ευκαιρία, να αρχίσει πάλι από την αρχή. Ή επίσης τα ανέκδοτα. Υπάρχουν πολλά και ωραία ανέκδοτα. Θυμάμαι ότι στα πρώτα γραφεία της σύνταξης, που είχαμε νοικιάσει σε ένα μικρό διαμέρισμα στη δεξιά όχθη του Δούναβη, μας έδιωξαν πριν καλά-καλά υπογράψουμε το μισθωτήριο, διότι η ιδιοκτήτρια ανακάλυψε ότι στο σπίτι της γράφονται άρθρα με κριτική διάθεση προς την κυβέρνηση. Η επίσημη αιτιολογία για την έξωση ήταν ότι γελούσαμε πολύ δυνατά, υπερβολικά δυνατά. Αυτό έγινε πριν από έξι χρόνια.

Ήταν τα πιο ωραία χρόνια της ζωής μας.

Επιμέλεια: Γιάννης Παπαδημητρίου

(Η Κορνέλια Κις είναι νομικός και δημοσιογράφος της εφημερίδας Magyar Hang, με μεταπτυχιακές σπουδές Δημοσιογραφίας στη Γερμανία)

Print Friendly, PDF & Email