Το Βατικανό, το Φανάρι και “η σωστή πλευρά της Ιστορίας”

Βενέτης Γιώργος

Ο Πάπας Φραγκίσκος από τις πρώτες ημέρες της σύγκρουσης στην Ουκρανία, εξέφρασε τη φωνή της λογικής. Δεν συμπορεύθηκε με το κυρίαρχο δυτικό αφήγημα, αναγνωρίζοντας και κατανοώντας τους φόβους της Ρωσίας από την επέκταση του ΝΑΤΟ στο ζωτικό της χώρο. Σε πρόσφατη δήλωσή του διεμήνυσε ότι, «η ηττημένη πλευρά πρέπει να βρει το θάρρος να υψώσει τη λευκή σημαία. Όταν βλέπεις ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά, πρέπει να έχεις το θάρρος να διαπραγματευθείς. Μπορεί να νιώθεις ντροπή,… αλλά με πόσους άλλους νεκρούς θα λήξει όλο αυτό; Πρέπει να γίνει διαπραγμάτευση εγκαίρως, αναζητώντας μια χώρα που να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής».

Το σχόλιο του Πάπα ακούγεται πιο κοντά στην πραγματικότητα από πολλές από τις φωνές που προέρχονται από ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. «Ποτέ τα τελευταία εξήντα χρόνια», έγραψε ο Μάρκο Πολίτη, ένας δημοσιογράφος που καλύπτει το Βατικανό από το 1971, «δεν είχε βρεθεί η Αγία Έδρα σε τόσο περιθωριακή θέση όσον αφορά ένα ζήτημα τέτοιας διεθνούς σημασίας».

Οι δυτικοί ηγέτες έχουν πολλούς λόγους να είναι ενοχλημένοι με την αντίδραση του Πάπα Φραγκίσκου στην ουκρανική κρίση. Εκτός από την κριτική που ασκεί στις προσπάθειες της Δύσης να εξοπλίσει την Ουκρανία, έχει παράλληλα υπονοήσει ότι το ΝΑΤΟ φέρει ευθύνη για την εισβολή, αρνούμενος να καταγγείλει ονομαστικά τον Πούτιν. Αν και έχει καταδικάσει τα ρωσική εισβολή και έχει δηλώσει ότι συμπάσχει με τα δεινά των Ουκρανών, δεν έχει καταδικάσει τον ίδιο τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Αντίθετα, τον έχει επαινέσει ως άνθρωπο του πολιτισμού χαρακτηρίζοντάς τον καλλιεργημένο. υπονοώντας μάλιστα ότι ο Ρώσος πρόεδρος ενεργεί με βάση νόμιμες ανησυχίες για την ασφάλεια της χώρας του.

Πως εξηγείται η στάση του Βατικανού

Οι Καθολικοί που ζουν εκτός της Δύσης δεν βλέπουν τον πόλεμο στην Ουκρανία με τους ίδιους όρους που τον αντιμετωπίζουν η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Για πρώτη φορά το Βατικανό έχει υιοθετήσει αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η πρώτη πολυπολική γεωπολιτική στρατηγική του. Αντί να υιοθετήσει την επίσημη δυτική θέση. ο Πάπας Φραγκίσκος προσπάθησε να παίξει έναν εξισορροπητικό ρόλο. Η αποστασιοποιητική του διαφοροποίηση από το κυρίαρχο αφήγημα οφείλεται και στην καταγωγή του.

Ως ο πρώτος Πάπας από τη Λατινική Αμερική, ο Φραγκίσκος ανέλαβε τα καθήκοντά του νιώθοντας την ίδια αμφιθυμία για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις άλλες δυτικές δυνάμεις με πολλούς Λατινοαμερικανούς ηγέτες, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι την ιστορία των αμερικανικών παρεμβάσεων στην περιοχή. Η πατρίδα του η Αργεντινή, υπέφερε πολύ κάτω από μια δικτατορία που οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριξαν κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, δίνοντάς του έναν σκεπτικισμό για τους δυτικούς ισχυρισμούς περί ηθικής υπεροχής.

Η θεώρηση του Βατικανού για τον πόλεμο στην Ουκρανία ερμηνεύεται και με δημογραφικούς όρους. Το 2000, υπήρχαν σχεδόν 1,1 δισεκατομμύρια Καθολικοί στον κόσμο, αλλά μόνο 350 εκατομμύρια από αυτούς ήταν Ευρωπαίοι και Βορειοαμερικανοί. Η συντριπτική πλειοψηφία, 720 εκατομμύρια, ζούσε στη Λατινική Αμερική, την Αφρική και την Ασία. Περισσότερα από 400 εκατομμύρια ζούσαν μόνο στη Λατινική Αμερική. Η έκκληση του Πάπα για διακοπή της μεταφοράς όπλων, για τερματισμό των μαχών συμβαδίζει με το πλειοψηφικό αίσθημα των Καθολικών που δεν ζουν σε κράτη μέλη του ΝΑΤΟ. Όσοι αντιδρούν στις κατά καιρούς δηλώσεις του Πάπα πρέπει να σκεφτούν ότι ο Φραγκίσκος αντανακλά τα ένστικτα και τις επιθυμίες της βάσης του, για να χρησιμοποιήσουμε την πολιτική ορολογία.

Καθώς η σύγκρουση παρατείνεται, το Βατικανό θα συνεχίσει αναμφίβολα να αντιμετωπίζει πολεμική, για την εν πολλοίς ουδέτερη προσέγγιση του Φραγκίσκου. «Ο πόλεμος δεν είναι πάντα αναπόφευκτος. Είναι πάντα μια ήττα για την ανθρωπότητα. Διεθνές δίκαιο, ειλικρινής διάλογος, αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών, ευγενής άσκηση διπλωματίας. Αυτές είναι μέθοδοι αντάξιες των ατόμων και των εθνών για την επίλυση των διαφορών τους», είπε σε μια ομιλία του στις αρχές του 2023.

Ο Πάπας Φραγκίσκος επισημαίνει την εσφαλμένη κατανομή πόρων με τις δαπάνες δισεκατομμυρίων δολαρίων που τροφοδοτούν πολέμους αντί να δοθούν στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και της παγκόσμιας φτώχειας.«Ορισμένες επιλογές δεν είναι ουδέτερες, η κατανομή μεγάλου μέρους των δαπανών σε όπλα σημαίνει αφαίρεση από κάτι άλλο, πράγμα που σημαίνει ότι συνεχίζεις να τα αφαιρείς από εκείνους που δεν έχουν τα απαραίτητα, και αυτό είναι ανήθικο». Αυτή η ουδέτερη προσέγγιση έχει προκαλέσει την οργή πολλών στη Δύση, με αποτέλεσμα ορισμένοι να φτάσουν στο σημείο να αμφισβητήσουν την ηθική εξουσία του Πάπα.

Η σιωπή του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Σε αντίθεση με τις κατά καιρούς παρεμβάσεις του Βατικανού, το Πατριαρχείο σιωπά. Υπό άλλες συνθήκες ο Πατριάρχης δικαιωματικά θα είχε πρωτεύοντα ρόλο σε μία προσπάθεια ειρηνικής επίλυσης της κρίσεως. Η απόφαση όμως του Οικουμενικού Πατριαρχείου να παραχωρήσει στις αρχές του 2019 το καθεστώς της αυτοκεφαλίας στην Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία με την έκδοση του σχετικού Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου, που ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος παρέδωσε στον Μητροπολίτη Κιέβου Επιφάνιο, προκάλεσε την οξεία αντίδραση του Πατριαρχείου Μόσχας που έπαυσε να μνημονεύει του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχη, το οποίο και αφαίρεσε από τα δίπτυχα.

Στην ακραία αυτή ενέργεια δεν ακολούθησε το Πατριαρχείο Μόσχας, καμία άλλη ορθόδοξη εκκλησία, είτε μνημονεύει του ονόματος του Επιφάνιου ως προέδρου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας ( Αλεξάνδρεια, Κύπρος, Ελλάδα ) είτε όχι. Η εσπευσμένη επίλυση του ουκρανικού εκκλησιαστικού ζητήματος, υπό την πίεση κοσμικών παραγόντων, των ισχυρών της Γης, διά την προώθηση γεωπολιτικών και γεωστρατηγικών σχεδίων, δίχασε τις κατά τόπους Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Η αντικανονική εκχώρηση της Αυτοκεφαλίας στην Ουκρανία από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, δίχασε την Διαρκή Ιερά Σύνοδο, δίχασε το Άγιον Όρος. Η Αυτοκεφαλία, κατά το Ιερόν Πηδάλιον, δίδεται από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μόνον εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Θρόνου και όχι εις ετέραν δικαιοδοσίαν, όπως είναι η Ουκρανία, ανήκουσα από 300 και πλέον χρόνων εις την δικαιοδοσία του Ρωσικού Πατριαρχείου. Τούτων λεχθέντων το Πατριαρχείο στερείται δυνατότητας μεσολάβησης, όφειλε όμως τουλάχιστον να προβαίνει σε δηλώσεις για την αιματοχυσία ανάμεσα σε δύο ορθόδοξους λαούς.

Η διπλωματική αβελτηρία της χώρας μας

Όσον αφορά τη χώρα μας, που συνδέεται με ιστορικούς και θρησκευτικούς δεσμούς τόσο με τη Ρωσία όσο και με την Ουκρανία, αντί να έχει ένα ρόλο διαμεσολάβησης μεγεθύνοντας το διπλωματικό της κεφάλαιο, έγινε μέρος του προβλήματος εξαιτίας της εμμονικής πολιτικής της ηγεσίας της, που πρωτοστατεί μάλιστα στις αντιρωσικές πρωτοβουλίες. Από τις πρώτες ημέρες του πολέμου η Αθήνα θα έπρεπε να αναλάβει την πρωτοβουλία διαβούλευσης των εμπλεκομένων σε εμβληματικούς χώρους όπως οι Δελφοί και η Ολυμπία.

Με τη στάση της άφησε ελεύθερο το πεδίο στην μουσουλμανική Τουρκία να μεσολαβεί ανάμεσα σε δύο ορθόδοξες χώρες! Η ουκρανική κρίση πρόσφερε στη χώρα μας τη μεγάλη ευκαιρία να αναδειχθεί σε σταθεροποιητικό παράγοντα στην ευρύτερη περιοχή, γεγονός που θα κεφαλαιοποιούσε σε μέλλοντα χρόνο. Οι μεγάλες ευκαιρίες απαιτούν όμως και ικανούς ηγέτες για να τις αξιοποιήσουν. Στον παρόντα χρόνο όμως {και όχι μόνο) η πολιτική μας ηγεσία είναι λιποβαρής, ταυτιζόμενη επιπρόσθετα πλήρως με την ακατανόητη στάση των ευρωπαίων.

Η εξωτερική πολιτική της Ελλάδος είναι απαράδεκτα ρηχή, χωρίς στρατηγική, απλά αρκείται να αποτελεί παρακολούθημα των επιταγών των ΗΠΑ και ορισμένων γραφειοκρατών-ηγετίσκων της Ευρώπης. Είναι ιστορικό και εγκληματικό λάθος η προκλητικά εχθρική στάση έναντι της Ρωσίας. Ας ελπίσουμε να μην το πληρώσουμε όπως με τη συμμετοχή μας στην εκστρατεία της Κριμαίας. Η ασκούμενη προσωπική διπλωματία πιθανόν να μας κοστίσει, το ελληνικό κράτος έχει συνέχεια και η Ρωσία είναι μία μεγάλη δύναμη στη γειτονιά μας.

Η ανιστόρητη πολιτική ηγεσία παραβλέπει ότι το ζήτημα της πλήρους ανεξαρτησίας της Ελλάδος ήταν συνέπεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου και της Συνθήκης της Αδριανουπόλεως(14 Σεπτεμβρίου 1829), με την οποία η Τουρκία εξαναγκάσθηκε να αποδεχθεί τα γεωπολιτικά αποτελέσματα της ναυμαχίας του Ναυαρίνου και επομένως, την ίδρυση διακριτού Ελληνικού Κράτους. Αυτό, άλλως τε ομολογούν άπαντες οι διπλωμάτες αλλά και οι ιστορικοί (Δυτικοί και Τούρκοι) και λοιποί συγγραφείς του καιρού εκείνου. Το «Ναυαρίνο», όπως άλλοτε και η Ναυμαχία της Ναυπάκτου του 1571, δεν παρήγαγε μονιμότερες συνέπειες επί του στρατηγικού πεδίου. Η Συνθήκη της Αδριανουπόλεως, την οποίαν επέβαλε η Ρωσία στην Τουρκία, υπήρξε η γενέθλιος πράξις του νεωτέρου Ελληνικού Κράτους.

Προς «ανταπόδοση» η κυβέρνηση στις εορταστικές εκδηλώσεις για την επέτειο της 25ης Μαρτίου, έκρινε ότι δεν έπρεπε να κληθεί εκπρόσωπος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ενώ πρόσκληση έλαβε ο πρέσβης της Τουρκίας στην Αθήνα, παρά την κατοχή του 40% της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία και παρότι οι Έλληνες επαναστάτησαν για να αποτινάξουν τον τουρκικό ζυγό. Μένει κάποιος ενεός από το μέγεθος της διπλωματικής αβελτηρίας…

Print Friendly, PDF & Email