Σούπερ μάρκετ 2001-2020: Τι άλλαξε την τελευταία εικοσαετία, τι έμεινε το ίδιο

O κλάδος των σούπερ μάρκετ κατάφερε μέσα σε μία περιπετειώδη οικονομική περίοδο να αναπτύξει τις πωλήσεις του σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο, αντλώντας κυρίως από την αδυναμία των εξειδικευμένων καταστημάτων τροφίμων να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις του 21ου αιώνα. Παράλληλα, όμως εξακολουθεί να διατηρεί χαμηλό –αν και βελτιωμένο– επίπεδο κερδοφορίας, εξαιτίας κυρίως του αυξημένου λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων την τελευταία δεκαετία.

Η έκδοση «Πανόραμα των Ελληνικών Σούπερ Μάρκετ» τις τελευταίες δεκαετίες αποτελεί το ιδανικό εργαλείο για την αξιολόγηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης του κλάδου των σούπερ μάρκετ, μέσω της ανάλυσης των δημοσιευμένων οικονομικών καταστάσεων των εταιρειών του. Η σύγκριση των σχετικών στοιχείων της έκδοσης του 2001 με την αντίστοιχη του 2020 είναι ενδεικτική για το πώς έχει εξελιχθεί ο κλάδος τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Αρκετά από τα δεδομένα που συνθέτουν την εικόνα του έχουν αλλάξει, όμως αρκετά άλλα παραμένουν ίδια. Αξίζει να τα σχολιάσουμε.

Καταρχάς σε ό,τι αφορά τις πωλήσεις, είναι σαφές ότι την τελευταία εικοσαετία οι επιχειρήσεις του κλάδου κατάφεραν να αναπτύξουν σημαντικά τις πωλήσεις του, ενώ η κλαδική συγκέντρωση αυξήθηκε επίσης σημαντικά. Ειδικά τη δεκαετία του 2011-2020 οι εξαγορές και συγχωνεύσεις ήταν αναγκαίες, προκειμένου οι δομές του κλάδου να επιβιώσουν και να ανταπεξέλθουν στις συνθήκες της δημοσιονομικής κρίσης.

Σε κάθε περίπτωση η εξαγωγή συμπερασμάτων από τη σύγκριση οικονομικών στοιχείων που απέχουν είκοσι έτη μεταξύ τους, θα πρέπει να γίνεται με προσοχή και λαμβάνοντας υπόψιν την εξέλιξη των όρων του οικονομικού περιβάλλοντος. Για παράδειγμα, το 2000 οι δείκτες της φορολογίας ήταν αρκετά χαμηλότεροι συγκριτικά με σήμερα. Οι συντελεστές του ΦΠΑ ήταν στο 8% και 18% έναντι του 13% και 24% σήμερα. Επίσης το επίπεδο του πληθωρισμού ήταν διαφορετικό στην εποχή που ξεκινούσε η μετάβαση από τη δραχμή στο ευρώ.

Οι συνολικές πωλήσεις των εξήντα επιχειρήσεων σούπερ μάρκετ που καταγράφονται στην έκδοση του 2001, ανέρχονταν εκείνη την οικονομική χρήση σε 1.950 δισ. δραχμές ή, κατόπιν μετατροπής τους σε ευρώ, σε περίπου 5,72 δισ. ευρώ. Συγκριτικά με το σήμερα οι πωλήσεις των 34 επιχειρήσεων που καταγράψαμε στην έκδοση του Πανοράματος για τη χρήση του 2020, ανέρχονταν σε 9,97 δισ. ευρώ, είναι, δηλαδή, αυξημένες κατά 74% σε σχέση με την έναρξη της περιόδου προ εικοσαετίας. Τα στοιχεία αυτά είναι αρκετά κοντά στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων, που απεικονίζονται στο σχήμα 1 και δείχνουν την αύξηση του κύκλου εργασιών του κλάδου κατά 83% στη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου. Η αύξηση αυτή είναι φαινομενικά μεγάλη, αλλά σε ετήσια βάση δεν υπερβαίνει ως ρυθμός ανάπτυξης το 2%, ενώ, αν ληφθεί υπόψιν ο πληθωρισμός, η ανάπτυξη είναι ακόμα μικρότερη. Σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτή η περιορισμένη ανάπτυξη ανακλά τις δυσχέρειες της περιόδου της δημοσιονομικής κρίσης αλλά και προ αυτής, από το 2008, οπότε η ύφεση άρχισε να πλήττει την οικονομία. Στο πλαίσιο αυτό, οι κλαδικές πωλήσεις εμφάνισαν κάμψη μεταξύ 2008 και 2016.

Βέβαια, συγκριτικά με τα μικρά καταστήματα πώλησης τροφίμων η πορεία των σούπερ μάρκετ είναι σαφώς πιο επιτυχημένη. Στο σχήμα 1 φαίνεται ότι οι πωλήσεις των υπόλοιπων καταστημάτων τροφίμων την εικοσαετή αυτή περίοδο όχι μόνο δεν παρουσίασαν αύξηση, αλλά μειώθηκαν κατά 9%. Αυτή η τάση «μεταφοράς» τζίρου από τα μικρότερα καταστήματα στα μεγαλύτερα, που είναι διεθνής, συν τω χρόνω τείνει στο διπλασιασμό του ποσοστού των πωλήσεων τροφίμων από τα σούπερ μάρκετ, καθώς το μερίδιό τους από 25%-30% το 2001 διαμορφώθηκε περίπου στο 50% το 2020. Το ποσοστό αυτό, πάντως, και πάλι υπολείπεται των αντίστοιχων μεριδίων του κλάδου σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές αγορές, όπου στην οργανωμένη λιανική αναλογεί το 80% ή και το 90% του τζίρου των τροφίμων και της αγοράς των FMCG γενικότερα. Ειδικά την περίοδο της δημοσιονομικής κρίσης είναι σαφές, πάντως, ότι το οργανωμένο λιανεμπόριο κατάφερε να ανταποκριθεί πολύ καλύτερα στις ανάγκες του Έλληνα καταναλωτή, χάρη στις οικονομίες κλίμακος και τα επίπεδα παραγωγικότητας που κατάφερε να πετύχει.

Η πορεία της συγκέντρωσης

Το αξιοσημείωτο είναι ότι από τις δέκα μεγαλύτερες εταιρείες το 2001 μόλις οι πέντε επωνυμίες παραμένουν εν δράσει σήμερα, καταλαμβάνοντας θέσεις στην πρώτη πεντάδα στην κλίμακα ισχύος του ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα, πρόκειται για τις εταιρείες Ελληνικές Υπεραγορές Σκλαβενίτης (ΕΥΣ), Άλφα Βήτα Βασιλόπουλος, Metro, Δ. Μασούτης και Πέντε. Την μεγαλύτερη ανάπτυξη πωλήσεων στη διάρκεια της εικοσαετίας εμφανίζει η ΕΥΣ με αύξηση 381% και ακολουθούν η Metro με 320%, η Δ. Μασούτης με 256%, η Άλφα Βήτα Βασιλόπουλος με 225% και, τέλος, η Πέντε με 122%.

Αναμφίβολα σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτά τα υψηλά ποσοστά ανάπτυξης των πωλήσεων οφείλονται στις εξαγορές και συγχωνεύσεις κλαδικών επιχειρήσεων την τελευταία δεκαετία. Ωστόσο, η διαδικασία της συγκέντρωσης μεταξύ των δέκα μεγαλύτερων εταιρειών που δραστηριοποιούντο το 2001, σε σχέση με τις πέντε που απέμειναν εξ αυτών το 2020 μεγαλωμένες κατόπιν εξαγορών, δεν διαφοροποίησαν δραματικά των αθροιστικό μερίδιο του δυναμικού τους. Έτσι, οι δέκα μεγαλύτερες εταιρείες το 2001 έλεγχαν το 74% του κλαδικού τζίρου, ενώ οι πέντε μεγαλύτερες εταιρείες το 2020 συγκέντρωναν το 79%. Σημειώνουμε ότι τα στοιχεία του «Πανοράματος των ελληνικών σούπερ μάρκετ» δεν περιλαμβάνουν αυτά της Lidl, δεδομένου ότι η εταιρεία δεν δημοσιοποιεί οικονομικές καταστάσεις.

Τα κόστη

Στην εξεταζόμενη εικοσαετία δεν αυξήθηκαν μόνο οι πωλήσεις των επιχειρήσεων του κλάδου, αλλά και τα κόστη τους και μάλιστα σημαντικά. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία των ισολογισμών τους, ενώ το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων το 2001 ανερχόταν στο 19,53% επί του κύκλου των εργασιών τους, αυτό το ποσοστό στα τέλη του 2020 είχε φτάσει το 23,40%. Πρακτικά το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων έχει αυξηθεί περίπου κατά 20% την τελευταία εικοσαετία.
Υπάρχουν αρκετοί λόγοι γι’ αυτή την εξέλιξη. Καταρχάς το σχετικό ποσοστό το 2001 ήταν παράλογα χαμηλό, καθώς αρκετές επιχειρήσεις λειτουργούσαν οριακά, δηλαδή με μεικτό κέρδος οριακά μεγαλύτερο του λειτουργικού τους κόστους. Ενδεχομένως αυτό είχε να κάνει με τις επιχειρηματικές εξελίξεις της εποχής, καθώς αρκετές από τις επιχειρήσεις του κλάδου προσπαθούσαν ν’ αναπτύξουν το μερίδιό τους. Μία άλλη σημαντική αιτία σχετίζεται με την αρκετά διαφορετική μορφή των δικτύων καταστημάτων της εποχής, καθώς οι αλυσίδες ήταν μάλλον πιο συγκεντρωμένες γεωγραφικά, ενώ τα καταστήματα ήταν διαφορετικού μεγέθους και δομής από τα σημερινά. Επίσης το μισθολογικό κόστος ήταν σαφώς χαμηλότερο του σημερινού, το κόστος ενέργειας ήταν επίσης πολύ χαμηλότερο, ενώ αρκετά άλλα κόστη είτε ήταν αισθητά μικρότερα, όπως το κόστος του μάρκετινγκ-διαφήμισης, είτε δεν υπήρχαν, όπως τα κόστη του ηλεκτρονικού εμπορίου, της περιβαλλοντικής διαχείρισης κ.ά., περιλαμβανομένου ασφαλώς του κόστους των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας, που εγγράφηκε στην οικονομική χρήση του 2020.

Η κερδοφορία

Η κερδοφορία του κλάδου αντικατοπτρίζει σε ένα βαθμό τα προαναφερόμενα. Το 2001 η μέση καθαρή κερδοφορία των επιχειρήσεων του κλάδου ανήλθε σε 0,34%, ενώ το 2020 σε 1,91%. Βέβαια, πρέπει να σημειώσουμε ότι το σχετικό ποσοστό το 2020 είναι ασυνήθιστα υψηλό σε σχέση με τα ιστορικά στοιχεία για την κερδοφορία του κλάδου, κι αυτό επειδή το 2020 υπήρξαν συγκυριακά αυξημένα κέρδη, λόγω πανδημίας. Διαχρονικά, όμως, η κερδοφορία του κλάδου κυμαίνεται σε ποσοστά της τάξης του 0,8%-1,2%, με την εξαίρεση της περιόδου 2014-2016, οπότε καταγράφηκαν ζημιές, πράγμα που σημαίνει ότι ναι μεν έχει βελτιωθεί η κερδοφορία του κλάδου, αλλά όχι σημαντικά.

Η ρευστότητα

Ενδιαφέρον έχει η σύγκριση της εικόνας της ρευστότητας του κλάδου μεταξύ 2001 και 2020. Καταρχάς η ρευστότητα διατηρείται σε αντίστοιχα επίπεδα. Συγκεκριμένα, ο δείκτης γενικής ρευστότητας στην αρχή της εξεταζόμενης περιόδου ήταν 54,12% και στο τέλος της 57,55%. Πρακτικά επιβεβαιώνεται ότι, λόγω των ιδιαιτεροτήτων λειτουργίας του κλάδου και συγκεκριμένα της ανάγκης για μεγάλη κυκλοφοριακή ταχύτητα αποθεμάτων (η οποία αυξάνει δυσανάλογα την ανάγκη πίστωσης από προμηθευτές), είναι σύνηθες φαινόμενο για τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ διεθνώς να επιτυγχάνουν δυσκολότερα θετικό κεφάλαιο κίνησης (δείκτη γενικής ρευστότητας μεγαλύτερο του 100%) σε σχέση με άλλους κλάδους, κάτι που ισχύει διαχρονικά και στην Ελλάδα. Επισημαίνουμε ότι η κυκλοφοριακή ταχύτητα των αποθεμάτων εμφανίζεται βελτιωμένη στην αγορά του κλάδου την τελευταία εικοσαετία από 6,23 στην έναρξη της περιόδου σε 7,59 στα τέλη της.

Φαινομενικά δεν έχει αλλάξει η ρευστότητα του κλάδου διαχρονικά. Πρέπει, όμως, να αξιολογήσουμε τη «χρηματοδότηση» της ρευστότητάς του. Ο δείκτης λοιπόν της συνολικής δανειακής επιβάρυνσης, που δείχνει πρακτικά την χρηματοδότηση του κλάδου με ίδια και με ξένα κεφάλαια, είναι επίσης αμετάβλητος με ένδειξη 82,72% το 2001 και 84,59% το 2020. Άρα δεν φαίνεται να μεταβλήθηκε η χρηματοδότηση μέσω ιδίων κεφαλαίων. Αυτό που μεταβλήθηκε, όμως, είναι η σύνθεση των ξένων κεφαλαίων, ήτοι ο μακροπρόθεσμος τραπεζικός δανεισμός και οι πιστώσεις των προμηθευτών. Σε ό,τι αφορά τον τραπεζικό δανεισμό, αυξήθηκε σε αρκετά μεγάλο βαθμό, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι σημαντικές εξαγορές της προηγούμενης δεκαετίας, οπότε ο δείκτης της μακροπρόθεσμης δανειακής επιβάρυνσης αυξήθηκε από 14,41% σε 36,96%. Αντίθετα ο μέσος χρόνος πληρωμών –ο σχετικός δείκτης εκφράζει τις βραχυπρόθεσμες εμπορικές υποχρεώσεις των αλυσίδων– μειώθηκε από τις 123,76 μονάδες στις 117,11. Πρακτικά, λοιπόν, τα στοιχεία δείχνουν ότι η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων του κλάδου με ξένα κεφάλαια τα τελευταία χρόνια πηγάζει από τις τράπεζες παρά από άλλα ξένα κεφάλαια.

Συμπεράσματα

Αυτό που προκύπτει από τα στοιχεία που παρουσιάσαμε είναι ότι ο κλάδος των σούπερ μάρκετ κατάφερε μέσα σε μία περιπετειώδη οικονομική περίοδο να αναπτύξει τις πωλήσεις του σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο, αντλώντας κυρίως από την αδυναμία των εξειδικευμένων καταστημάτων τροφίμων να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις του 21ου αιώνα. Παράλληλα, όμως εξακολουθεί να διατηρεί χαμηλό –αν και βελτιωμένο– επίπεδο κερδοφορίας, εξαιτίας κυρίως του αυξημένου λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων την τελευταία δεκαετία. Επίσης, η ρευστότητα του κλάδου διατηρείται σε χαμηλό σχετικά επίπεδο, αλλά η διαφοροποίηση της σύνθεσης της χρηματοδότησής του δημιουργεί αισιοδοξία για το μέλλον του.

Λευτέρης Κιοσές

πηγή: selfservice.gr

Print Friendly, PDF & Email