Από τη Famagusta στον Μέγα Αλέξανδρο – Η διπλωματία της μικρής και της μεγάλης οθόνης

Νικολέττα Κουρούσιη

Η πολυσυζητημένη τηλεοπτική σειρά “Famagusta”, που έκανε πρεμιέρα το τελευταίο διάστημα, διατάραξε τη λήθη, επανέφερε συνειρμούς γύρω από τα τραγικά γεγονότα του 1974, εξέθεσε προβληματισμούς και προκάλεσε αντιδράσεις.

Και ενώ το «Δεν ξεχνώ» τα τελευταία χρόνια είχε καταντήσει να ακούγεται γραφικό και η τραγική φιγούρα της Χαρίτας Μάντολες να μοιάζει με μια ξεπερασμένη εικόνα του παρελθόντος, ήρθε η καθηλωτική ερμηνεία της Δέσποινας Μπεμπεδέλη και το πολιτιστικό αποτύπωμα της σειράς να ξυπνήσει μνήμες, να αφυπνίσει συνειδήσεις και να πυροδοτήσει συνειρμούς και συζητήσεις.

Ο απόηχος της σειράς, όχι μόνο στο εσωτερικό, αλλά και στο εξωτερικό (βλ. Ελλάδα και Τουρκία) και τα σχόλια που καταγράφηκαν γύρω από αυτή, επαναφέρει στο προσκήνιο τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι τηλεοπτικές σειρές, οι κινηματογραφικές ταινίες και άλλες μορφές τέχνης στο πλαίσιο της Πολιτιστικής Διπλωματίας, του λεγόμενου «ευγενούς όπλου» της εξωτερικής πολιτικής των κρατών.

Η Πολιτιστική Διπλωματία αποτελεί ουσιαστικά «τη μεθοδική χρήση στοιχείων ή γνωρισμάτων ιδιαιτερότητας του πολιτισμού μίας χώρας κατά την άσκηση διαχείρισης των εξωτερικών διεθνών της σχέσεων». «Αποκαλύπτει την ψυχή ενός έθνους», που αυτό με τη σειρά του δημιουργεί επιρροή, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά σε διπλωματική Έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής Πολιτιστικής Διπλωματίας του State Department.

Παρόλο, που θεωρείται κατά κόρον ως εργαλείο για την προώθηση των συµφερόντων ενός κράτους, ωστόσο η άσκηση της Πολιτιστικής Διπλωματίας μπορεί να επιφέρει περαιτέρω ευεργετικά αποτελέσματα, όπως η προσέγγιση των λαών, αλλά και η προώθηση της εµπιστοσύνης μεταξύ τους, ειδικότερα μεταξύ κρατών στα οποία οι διπλωµατικές σχέσεις είναι τεταμένες. Θα πρέπει, εντούτοις, να σημειωθεί ότι έχει σημασία το πώς χρησιμοποιείται ο πολιτισμός σε επίπεδο διεθνών σχέσεων, καθώς πέραν από τα θετικά αποτελέσματα, δύναται να αποτελέσει και μέσο άσκησης προπαγάνδας.

Η μαζική επιρροή του κινηματογράφου

Στη σύγχρονη εποχή, λοιπόν, ο πολιτισμός μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εξωτερική πολιτική μιας χώρας, συμβάλλοντας στην αύξηση της ήπιας ισχύος της. Ειδικότερα, o κινηματογράφος συνιστά ένα από τα πιο επιδραστικά μέσα της Πολιτιστικής Διπλωματίας, καθώς δύναται να ασκεί επιρροή μαζικά σε παγκόσμια κλίμακα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι αμερικανικές παραγωγές του κινηματογράφου, οι οποίες με την προβολή τους σχεδόν σε όλο τον κόσμο εδώ και αρκετές δεκαετίες, έχουν οδηγήσει στην επικράτηση του αμερικανικού τρόπου ζωής, συμβάλλοντας στην προώθηση του «αμερικανικού ονείρου».

Μέσα ακόμη από τα διεθνή Κινηματογραφικά Φεστιβάλ δύναται να ενθαρρυνθεί η διαπολιτισμική επικοινωνία, να προβληθούν οικουμενικά μηνύματα, όπως η αξία της ειρήνης και οι τρομερές συνέπειες του πολέμου, μέσα από την υπενθύμιση τραγικών ιστορικών στιγμών του παρελθόντος, ενώ πολλές ταινίες με ιστορικό περιεχόμενο συμβάλλουν στη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης.

Για παράδειγμα, οι ταινίες Joyeux Noel “ και “Oh, What a Lovely War!» μνημονεύουν την άτυπη, αλλά πιο ουσιαστική από ποτέ εκεχειρία, που επιτεύχθηκε τα Χριστούγεννα του 1914, τέσσερις μήνες μετά την έναρξη του Ά Παγκοσμίου Πολέμου. Από την άλλη, τα τραγικά γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, οι κοσμοϊστορικές μάχες, το ολοκαύτωμα των Εβραίων και οι προσωπικότητες, που σημάδεψαν την εν λόγω ταραχώδη περίοδο της ιστορίας, αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για ταινίες όπως η «Λίστα του Σίντλερ», «Η ζωή είναι ωραία» και ο «Πιανίστας» του Πολάνσκι.

Στη μεγάλη οθόνη μεταφέρθηκαν και οι δραματικές στιγμές του Ψυχρού Πολέμου, όταν κατά τη διάρκεια της κρίσης της Κούβας, ο πλανήτης έφθασε στα πρόθυρα του πυρηνικού ολοκαυτώματος.

Η ταινία Thirteen days προκάλεσε, μάλιστα, την έντονη κριτική του διεθνούς Τύπου, για το γεγονός πως, όπως υποστηριζόταν, παραμέριζε τον ρόλο του τότε Αμερικανού Προέδρου, Τζον Κένεντι στην αντιμετώπιση της κρίσης. Χαρακτηριστική της εν λόγω εποχής είναι και η δραματική περιπέτεια «Το κυνήγι του Κόκκινου Οκτώβρη», βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλα του Τομ Κλάνσυ.

Τηλεοπτικές σειρές και Τουρκία

Πέραν από τις ταινίες της μεγάλης οθόνης, σημαντική πολιτιστική επίδραση ασκούν και οι τηλεοπτικές σειρές. Μια χώρα, άλλωστε, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει καταφέρει να προωθήσει τις τηλεοπτικές παραγωγές της στο εξωτερικό είναι η Τουρκία, η οποία μέσα από την εξαγωγή δεκάδων τηλεοπτικών σειρων, έχει καταφέρει να προωθήσει την ήπια ισχύ της σε λαούς των Βαλκανίων, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, αλλά και του αραβικού κόσμου.

Λαμβάνοντας την πρωτοκαθεδρία από τις μεξικάνικες σαπουνόπερες, που είχαν διαδοθεί ευρέως τη δεκαετία του 1990, οι τουρκικές τηλεοπτικές σειρές προβάλλονται σε πολλά μέρη του κόσμου, με την ποιότητα και το περιεχόμενό τους να οδηγεί στη δημοφιλία τους, όπως για παράδειγμα οι σειρές “Gümüş” και “Χίλιες Εννιακόσιες Νύχτες” , που είχαν μεγάλη απήχηση στον αραβικό κόσμο. Μερικές, μάλιστα, από αυτές είχαν παρουσιάσει δημοτικότητα και σε εναλλακτικές πλατφόρμες, όπως το YouTube και το Netflix, γεγονός που συνέβαλε στην περαιτέρω διεθνή τους επιρροή.

Στην επιδραστικότητα των τουρκικών παραγωγών αναφέρθηκε και δημοσίευμα της ισπανικής εφημερίδας El Pais. «Τα συστατικά της τουρκικής σαπουνόπερας είναι απλά. Πρόκειται για ιστορίες αγάπης μεταξύ πανέμορφων ηθοποιών που ξεχειλίζουν από δράμα και συναίσθημα», επισημαίνεται χαρακτηριστικά, ενώ σημειώνεται ότι οι σεναριογράφοι πρέπει να προσέχουν συνεχώς μην τυχόν ξεπεράσουν, ακόμα και ακούσια, «συγκεκριμένες κόκκινες γραμμές της ισλαμιστικής κυβέρνησης».

Όσον αφορά τα οφέλη για την Τουρκία, το τουρκικό υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού έχει προβεί ανοικτά σε αναφορές περί μέσου άσκησης «ήπιας ισχύος», εφόσον οι δημοφιλείς τηλεοπτικές σειρές έχουν συμβάλει στην ανάδειξη της χώρας, ενώ την έχουν καταστήσει γνωστή σε δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους, με τουριστικά και όχι μόνο οφέλη.

Μέσο διπλωματίας και το Netflix

Στη σημερινή εποχή, όπου το Netflix διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην καθημερινότητα ολοένα και περισσότερων ανθρώπων, οι συνδρομητικές πλατφόρμες αποτελούν το νέο μέσο άσκησης της Πολιτιστικής Διπλωματίας, οι οποίες δύναται να διαμορφώσουν ευρέως τη σκέψη των ανθρώπων, με ένα περισσότερο σύνθετο, από προηγουμένως, τρόπο.

Άλλωστε, όπως στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, έτσι και στο Netflix, τα στοιχεία που συλλέγονται από κάθε χρήστη είναι αρκετά, ώστε να δημιουργηθεί το προφίλ κάθε συνδρομητή της πλατφόρμας. Συγκεκριμένα, όταν κάποιος συνδρομητής παρακολουθεί το περιεχόμενο, συλλέγονται, μέσα από τις επιλογές που προβαίνει, δεδομένα για τις προτιμήσεις του και ως εκ τούτου και για την προσωπικότητά του, συνθέτοντας με αυτό τον τρόπο το μοναδικό προφίλ του.

Μπορεί, λοιπόν, η επίδραση του Netflix και της πολιτιστικής διπλωματίας που ασκεί να είναι ακόμη νωρίς για να διασαφηνιστεί επαρκώς, ωστόσο, είναι ξεκάθαρο ότι μέσω του περιεχομένου που παρακολουθούμε, η σκέψη μας διαμορφώνεται με ένα νέο τρόπο, ενώ τα νέα δεδομένα, με τη σειρά τους, ενδέχεται να οδηγήσουν σε επηρεασμό των μεθόδων άσκησης πολιτικής τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Πολλές φορές η δημοφιλής πλατφόρμα έχει κατηγορηθεί εξάλλου ότι σε μια προσπάθεια καταπολέμησης των διακρίσεων ή στο πλαίσιο προώθησης της woke κουλτούρας, προχωρεί σε μεγάλες υπερβολές, ιστορικές ανακρίβειες και εισαγωγές πληροφοριών που δεν υφίστανται.

Aξίζει να σημειωθεί ότι μια σειρά-ντοκιμαντέρ στο Netflix, που τελευταίως έχει προκαλέσει αντιδράσεις για ιστορικές ανακρίβειες, είναι η σειρά “Μέγας Αλέξανδρος: Η Γέννηση Ενός Θεού”, ενώ παλαιότερα είχαν απασχολήσει με αρνητικό τρόπο και οι σειρές για τον Αχιλλέα και την Κλεοπάτρα.

Στην περίπτωση δε της Κλεοπάτρας, είχε παρέμβει και το υπουργείο Αρχαιοτήτων της Αιγύπτου, διαμηνύοντας πως η Κλεοπάτρα είχε «λευκό δέρμα και ελληνιστικά χαρακτηριστικά», μετά την αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει με το ντοκιμαντέρ του Netflix, όπου η βασίλισσα με την ξακουστή ομορφιά παρουσιαζόταν να είναι μελαμψή.

 

Print Friendly, PDF & Email